Πανελλήνιο Συνέδριο 2025 για τα οικονομικά και τις πολιτικές της Υγείας
  • ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
    • Επιτροπές
    • Εγγραφές
    • ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
    • Ομιλητές
  • Φροντιστήρια
  • Πρόγραμμα
  • Χορηγοί
  • ΧΡΗΣΙΜΑ
  • Νέα
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • English
Πανελλήνιο Συνέδριο 2025 για τα οικονομικά και τις πολιτικές της Υγείας
  • ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
    • Επιτροπές
    • Εγγραφές
    • ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
    • Ομιλητές
  • Φροντιστήρια
  • Πρόγραμμα
  • Χορηγοί
  • ΧΡΗΣΙΜΑ
  • Νέα
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • English

Categories : νέα

29 Ιαν

Θεματική ενότητα: Η νέα Ευρωπαϊκή Νομοθεσία για τα φάρμακα

  • Esdy
  • 0 Comment

Η ευρωπαϊκή φαρμακευτική νομοθεσία βρίσκεται σε μία από τις σημαντικότερες περιόδους αναθεώρησης των τελευταίων δεκαετιών, με άμεσες επιπτώσεις στην καινοτομία, στη διαθεσιμότητα των φαρμάκων και στη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας. Η νέα νομοθεσία, που φέρνει σημαντικές αλλαγές, αλλά και καινούργιες προοπτικές, συζητήθηκε διεξοδικά σε μία Συζήτηση και μία Στρογγυλή Τράπεζα, που έλαβαν χώρα το απόγευμα της δεύτερης ημέρας του Συνεδρίου.

 

Ευρωπαϊκή Νομοθεσία για τα Ορφανά Φάρμακα – Συζήτηση

Τη συζήτηση μεταξύ του ψυχιάτρου και πρώην Ευρωβουλευτή κ. Στέλιου Κυμπουρόπουλου και του κ. Δημήτρη Αθανασίου, Μέλους του PCWP του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA), Αντιπροέδρου της Ένωσης Σπανίων Ασθενών Ελλάδος & Μέλους Δ.Σ. του Παγκόσμιου Οργανισμού Duchenne και της Ένωσης Ασθενών Ελλάδας, ξεκίνησε ο κ. Κυμπουρόπουλος, επισημαίνοντας πως η νέα νομοθεσία, αν και ψηφίστηκε πριν από περίπου δύο χρόνια, δεν έχει δυστυχώς ακόμη εφαρμοστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. [gallery columns="5" link="file" ids="12517,12521,12518,12519,12520"] Η προσπάθεια δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού κανονισμού για τα φάρμακα ξεκίνησε ουσιαστικά πριν από 25 περίπου χρόνια, με τον Κανονισμό για τα ορφανά φάρμακα, ο οποίος ενσωματώθηκε πλέον στον νέο Ευρωπαϊκό Κανονισμό, σχολίασε ο κ. Αθανασίου. Η ενσωμάτωση αυτή μέλλει ασφαλώς να αποδειχθεί εάν θα είναι προς όφελος των ασθενών, καθώς σημαίνει πως δεν υπάρχουν ξεχωριστές νομοθεσίες για τα ορφανά και για τα παιδιατρικά φάρμακα, αλλά αποτελούν τμήμα ενός γενικού κανονισμού για τα φάρμακα. Ωστόσο, στα δύο αυτά πεδία υπάρχουν οι μεγαλύτερες ακάλυπτες ανάγκες, καθώς 25 χρόνια μετά τη δημιουργία του πρώτου κανονισμού έχουμε μόλις 250 ορφανά φάρμακα, που σαφώς δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών των ασθενών, τη στιγμή που υπάρχουν 7.000 - 8.000 σπάνια νοσήματα. Φέρνοντας ως παράδειγμα τα ευρήματα μίας πρόσφατης μελέτης για 43 σπάνια νοσήματα σε 9 χώρες, τα οποία έδειξαν πως η δαπάνη γι’ αυτά ανέρχεται σε 250 δισεκατομμύρια ευρώ, με ένα μεγάλο τμήμα αυτού του δυσθεώρητου ποσού να αφορά νοσηλείες, φυσικοθεραπείες και λοιπή συμπληρωματική υποστήριξη των ασθενών, ο κ. Κυμπουρόπουλος τόνισε πως θα πρέπει να αναζητηθούν νέοι τρόποι για να μειωθεί αυτή η δαπάνη και να βελτιωθούν οι υπηρεσίες που παρέχονται στους ασθενείς. Ο νέος Ευρωπαϊκός Κανονισμός, παρατήρησε, δημιουργήθηκε ώστε να μπορέσουν να δοθούν κίνητρα στις φαρμακευτικές εταιρείες να επενδύσουν στην έρευνα σε ευρωπαϊκό επίπεδο και να αναπτύξουν καλύτερες, πιο στοχευμένες θεραπείες για τους περίπου 30 εκατομμύρια ασθενείς με σπάνια νοσήματα που υπάρχουν στην Ε.Ε. Η δημιουργία φαρμάκων σε ευρωπαϊκό επίπεδο αφενός παρέχει στους ασθενείς τη δυνατότητα μιας καλύτερης ποιότητας ζωής, αφετέρου προσφέρει την ευκαιρία να γίνουν μεγαλύτερες επενδύσεις σε αυτόν το χώρο. Για τον λόγο αυτό, εξήγησε ο κ. Κυμπουρόπουλος, μια μεγάλη συζήτηση που έγινε στο πλαίσιο του Κανονισμού αφορούσε στην προστασία των εταιρειών με αύξηση των ετών διατήρησης πατέντας. Η διατήρηση της πατέντας θα προσφέρει στις εταιρείες ένα κίνητρο για την ανάπτυξη φαρμάκων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ στη συνέχεια, ανάλογα με το αν απευθύνονται σε όλες τις χώρες ή αν έχουν δημιουργήσει ένα πολύ καινοτόμο προϊόν, θα υπάρχει αύξηση των ετών διατήρησης της πατέντας. Δυστυχώς ωστόσο -και αυτό είναι το σημείο στο οποίο πάσχει η Ευρωπαϊκή Ένωση- δεν συμφωνούν όλα τα κράτη και γι’ αυτόν τον λόγο 2-2,5 χρόνια μετά δεν έχουμε ακόμα την εφαρμογή της νομοθεσίας. Επομένως, ο βασικός στόχος σήμερα, πρόσθεσε ο ομιλητής, είναι να ολοκληρωθεί η συζήτηση και να γίνει αποδεκτό το νομοσχέδιο έτσι ώστε να μπορέσουν και οι εταιρείες και τα κράτη και οι ασθενείς να εναρμονισθούν με τον νέο Κανονισμό. Ο νέος Κανονισμός, παρατήρησε ο κ. Αθανασίου, έχει ασφαλώς πολλές βελτιώσεις σε σύγκριση με τον προηγούμενο, τουλάχιστον όσον αφορά στα κριτήρια και την πρόσβαση των ασθενών, υπάρχουν όμως αρκετά ακόμη που μπορούν να γίνουν. Γενικά οι κανονισμοί δεν είναι αρκετά ευκίνητοι, όταν ωστόσο μεσολαβεί πολύς χρόνος από την έναρξη των συζητήσεων μέχρι να εμφανιστεί ο κανονισμός, το περιβάλλον στον κόσμο έχει ήδη αλλάξει, καθώς οι ταχύτητες στον χώρο της ανάπτυξης φαρμάκων είναι μεγάλες και ακόμη και οι τρόποι πρόσβασης αλλάζουν πολύ γρήγορα. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι δεν είμαστε μόνοι μας, ζούμε σε ένα περιβάλλον στο οποίο υπάρχουν κι άλλες αγορές που τρέχουν και μπορεί πολλές φορές να μας ξεπεράσουν, συμπλήρωσε ο κ. Κυμπουρόπουλος. Όταν αποφασίσουμε ως Ευρωπαϊκή Ένωση να εφαρμόσουμε αυτό που έχουμε ψηφίσει, μπορεί να είναι απαρχαιωμένο και να πρέπει να σκεφτούμε κάτι άλλο, το οποίο δεν είναι εύκολο με τους ρυθμούς που κινούμαστε. Κάτι το οποίο το συζητήθηκε στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κανονισμού ήταν η διευκόλυνση της εισαγωγής καινοτομίας μέσω των «sandboxes», υπήρξαν ωστόσο πολλές συγκρούσεις το αν και πώς πρέπει να γίνει κάτι τέτοιο. Όλες αυτές οι αλλαγές, σε συνδυασμό με την αναθεώρηση του τρόπου λειτουργίας του ΕΜΑ που περιλαμβάνεται στον νέο κανονισμό, δημιουργούν άγνοια και φόβο για την επόμενη μέρα. Η ανάπτυξη ορφανών φαρμάκων, στην οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πολύ πίσω, είναι σήμερα παγκόσμιο ζήτημα, υπογράμμισε ο κ. Αθανασίου. Ο EMA έχει προσπαθήσει πραγματικά να έχει μεγαλύτερη ευελιξία, ωστόσο στον βωμό αυτής της ευελιξίας θυσιάστηκαν οι επιτροπές του EMA, το οποίο σημαίνει λιγότερους εμπειρογνώμονες και μειωμένη συμμετοχή των ασθενών, πρόσθεσε ο ομιλητής, επισημαίνοντας πως ο ΕΜΑ ήταν προηγουμένως πρωτοπόρος στο κομμάτι της συμμετοχής των ασθενών στις κανονιστικές διαδικασίες. Η μείωση αυτή προφανώς δημιουργεί ένα πρόβλημα εμπιστοσύνης, σε μια εποχή που αυτή είναι το ζητούμενο και ειδικά η εμπιστοσύνη στην υγεία, στην καινοτομία. Τα ορφανά φάρμακα είναι θεραπείες πολύ ελπιδοφόρες και πολύ αποτελεσματικές όχι μόνο για τα 30 εκατομμύρια περίπου ασθενείς στην Ευρώπη, αλλά για πολύ περισσότερους ανθρώπους, παρατήρησε ο κ. Κυμπουρόπουλος, καθώς υπάρχει ένα οικοσύστημα γύρω από τους ασθενείς αυτούς. Λαμβάνοντας υπόψη πως οι ασθενείς αυτοί αντιμετωπίζουν επίσης την Οδύσσεια της διάγνωσης, είναι απαραίτητο αυτοί που κάνουν διαγνώσεις, οι γιατροί, να μπορέσουν να γίνουν πιο αποτελεσματικοί και πιο ενήμεροι, ώστε να μπορούν να δίνουν την κατάλληλη θεραπεία στους ασθενείς τους. Για να δοθεί ωστόσο η κατάλληλη θεραπεία πρέπει πρώτα να δημιουργηθεί, επομένως είναι ανάγκη η νέα νομοθεσία να εφαρμοσθεί όσο το δυνατόν συντομότερα ώστε να μπορέσει να υπάρξει στοχευμένη έρευνα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση, θα πρέπει ωστόσο να ξεπερασθούν τα εμπόδια που προκύπτουν από τη σημαντική ετερογένεια που υπάρχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να γίνει αποδεκτή από όλα τα κράτη. Οι εξελίξεις σήμερα είναι ραγδαίες και συμβαίνουν πολλά πράγματα τα οποία θα επηρεάσουν και τη χώρα μας είτε το θέλουμε είτε όχι, ανέφερε ο κ Αθανασίου. Για να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τις νέες καινοτόμες θεραπείες, όπως τις ATMPs, πρέπει να διαθέτουμε δίκτυα, μητρώα, κέντρα αναφοράς, ένα εθνικό σχέδιο δράσης για την εισαγωγή της καινοτομίας στο ΕΣΥ, καθώς και καλύτερη δικτύωση. Δεν έχουμε ακόμα συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλο είναι αυτό το ζήτημα, συμφώνησε ο κ. Κυμπουρόπουλος, γιατί δεν έχουμε καταλάβει ότι δεν μιλάμε για μεμονωμένες ασθένειες, αλλά για ένα σύνολο ασθενειών. Αυτό που προέχει είναι να κατανοήσουμε ότι τα σπάνια νοσήματα υπάρχουν και να μπούμε στη διαδικασία της ανίχνευσης και της διάγνωσης. Θα πρέπει να δούμε για παράδειγμα τι σημαίνει ορφανά νοσήματα και πόσο σημαντικό είναι να μπαίνει με κάθε κωδικοποίηση η διάγνωση και να μην είναι γενικά παιδικός καρκίνος, αλλά ποιος συγκεκριμένος παιδικός καρκίνος είναι, έτσι ώστε να μπορέσουμε να αναπτύξουμε και την έρευνα. Κάτι άλλο που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη στη χώρα μας, παρατήρησε ο κ. Αθανασίου, είναι πως οι χρόνοι για την ανάπτυξη καινούργιων θεραπευτικών πρωτοκόλλων ή κλινικών δοκιμών -και να είναι πραγματικά ανταγωνιστικές-, σύμφωνα με τον Κανονισμό, είναι πολύ περιορισμένοι, επομένως, πρέπει να υπάρχει υποδομή. Οι αλλαγές είναι πολύ μεγάλες και χωρίς μητρώα και ακριβή καταγραφή των ασθενών, δεν μπορούμε να έχουμε επιτυχία. Πρέπει να είμαστε πιο ευέλικτοι, χρειαζόμαστε προετοιμασία και προτεραιότητες και χρειαζόμαστε και ακαδημαϊκούς να μας βοηθήσουν. Είναι πολύ σημαντικό η επιστημονική κοινότητα να βοηθήσει το Υπουργείο να κατανοήσει και να δώσει μεγαλύτερη προτεραιότητα στο ζήτημα αυτό, συμφώνησε ο κ. Κυμπουρόπουλος, καθώς η πολιτική για τα ορφανά φάρμακα δεν αποτελεί μια πολιτική για λίγους, αφορά ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Βελτιώνοντας τη φαρμακευτική θεραπεία και τη ζωή αυτών των ασθενών, εξοικονομούμε χρήματα και βελτιώνουμε τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα όλου του συστήματος υγείας. Ο Κανονισμός καλύπτει πάρα πολλά ζητήματα, υπάρχει ωστόσο ακόμη πολύς δρόμος να διανύσουμε ώστε να βελτιώσουμε την ποιότητα φροντίδας και την πρόσβαση των ασθενών. Μπορεί ο Κανονισμός να μην έθιξε κάποια ζητήματα τα οποία είναι πιο ευαίσθητα, καθώς υπήρξαν αρκετές πιέσεις στα διάφορα όργανα της Επιτροπής από εταιρείες, ασθενείς και όλους τους εμπλεκόμενους που προσπαθούσαν να προωθήσουν τις απόψεις τους, ανέφερε ο κ. Αθανασίου, η τελική του μορφή ωστόσο είναι αξιοπρεπής και ισορροπημένη. Το κύριο ζήτημα πλέον έγκειται στην τελική αποδοχή και εφαρμογή του, επανέλαβε ο κ. Κυμπουρόπουλος. Ασφαλώς, αν τα πράγματα δεν έχουν την επιθυμητή πορεία, υπάρχει το περιθώριο βελτίωσης και δημιουργίας ενδεχομένως ενός Plus Regulation στον αρχικό Κανονισμό, πρόσθεσε, επισημαίνοντας την αναγκαιότητα να γίνει κατανοητό ότι τα ορφανά φάρμακα δεν επηρεάζουν μόνο την υγεία, αλλά και την οικονομία όλου του υγειονομικού συστήματος.  

Ευρωπαϊκή Νομοθεσία για τα φάρμακα και οι διεθνείς επιρροές – ΣΤ

Στο πλαίσιο της Στρογγυλής Τράπεζας, την οποία συντόνισαν από κοινού ο Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής του Συνεδρίου κ. Κώστας Αθανασάκης και ο Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής κ. Κυριάκος Σουλιώτης, ακαδημαϊκοί, στελέχη φαρμακευτικών εταιρειών, επαγγελματίες υγείας, εκπρόσωποι ασθενών και ειδικοί της φαρμακευτικής πολιτικής σκιαγράφησαν τις βασικές συνιστώσες της νέας ευρωπαϊκής μεταρρύθμισης, ανέλυσαν τους διεθνείς παράγοντες που διαμορφώνουν το ευρωπαϊκό πλαίσιο και διερεύνησαν τις πρακτικές επιπτώσεις της νέας νομοθεσίας στην κλινική πράξη, την πρόσβαση των ασθενών, τη στρατηγική των εταιρειών και τον σχεδιασμό πολιτικών. [gallery columns="4" link="file" size="medium" ids="12525,12523,12522,12524"] Κατά τα τελευταία 4-5 χρόνια, ανέφερε προλογίζοντας τη συνεδρία ο κ. Αθανασάκης, στην Ευρώπη έλαβε χώρα μια σειρά συζητήσεων που οδήγησαν σε ορισμένες σημαντικές αλλαγές, οι οποίες συμβαίνουν και πρόκειται να συμβούν σε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, το κομμάτι του φαρμάκου. Οι αλλαγές αυτές έρχονται να καλύψουν αφενός την ανάγκη βελτίωσης του πλαισίου ανταγωνιστικότητας στην Ευρώπη, αφετέρου το αίτημα για ίση πρόσβαση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, στις συζητήσεις αυτές προφανώς είχε σημαντικό ρόλο και η επίδραση της πανδημίας, η οποία έδειξε ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος αδυνατεί σε μερικές περιπτώσεις να ανταποκριθεί αυτόνομα σε κάποιες υγειονομικές κρίσεις. Η πανδημία έκανε την Ευρώπη να συνειδητοποιήσει την ανάγκη ενίσχυσης της αυτονομίας της, συμφώνησε ο κ. Σουλιώτης. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αρχικά αναπτύχθηκε μεταξύ των χωρών της Ευρώπης μία ιδιότυπη διπλωματία και ένας ανταγωνισμός για την πρόσβαση σε θεραπείες και άλλα μέσα προστασίας, κάτι που στη συνέχεια μετασχηματίσθηκε σε μία αλληλεγγύη στο θέμα του εμβολιασμού. Η συζήτηση ωστόσο για τη νέα Ευρωπαϊκή Νομοθεσία για το φάρμακο λαμβάνει χώρα και εν μέσω ραγδαίων εξελίξεων παγκοσμίως, τόνισε ο κ. Σουλιώτης, δίνοντας τον λόγο στην κ. Χαρά Κανή, εκπρόσωπο του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στην Επιτροπή Αξιολόγησης και Αποζημίωσης Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης του Υπουργείου Υγείας και συντονίστρια της τεχνικής ομάδας υποστήριξης της αναθεώρησης της ευρωπαϊκής φαρμακευτικής νομοθεσίας του Υπουργείου Υγείας. Παλαιότερα, ανέφερε η κ. Χαρά Κανή, τα ζητήματα Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας ανήκαν στην αποκλειστική ευθύνη του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, ο οποίος τα χειριζόταν μάλιστα με πολύ μεγάλη επιτυχία. Ο λόγος που ενεπλάκησαν πλέον και οι πληρωτές και το HTS σε αυτή τη διαδικασία ήταν γιατί άλλαξαν οι συνθήκες. Η πανδημία μάς έδειξε ότι πλέον η αδειοδότηση, η αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας και η αποζημίωση αποτελούν τρεις αλληλένδετους κρίκους, οπότε για οποιοδήποτε νομοθετικό κομμάτι πρέπει να συνεργαζόμαστε όλοι. Αυτή τη στιγμή η Αναθεώρηση της Ευρωπαϊκής Φαρμακευτικής Νομοθεσίας βρίσκεται στη σημαντικότερη καμπή της, καθώς εντός των ημερών ξεκινάει ο τέταρτος «τρίλογος» για την αναθεώρηση του φαρμακευτικού πακέτου, κάτι που ουσιαστικά σημαίνει μια διαπραγμάτευση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία καταθέτει την πρόταση, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των κρατών-μελών όπως αυτά εκφράζονται από τη μόνιμη αντιπροσωπεία τους. Τα κύρια θέματα τα οποία θίγει το πακέτο της Ευρωπαϊκής Φαρμακευτικής Νομοθεσίας είναι η προστασία των δεδομένων και η προστασία της αγοράς. Η βασική θέση της χώρας μας είναι πως η καινοτομία πρέπει να προστατεύεται, επομένως προτείνουμε 8 χρόνια προστασίας των δεδομένων και 10 χρόνια προστασίας της αγοράς, με ανώτατο τα 11 χρόνια. Πρόκειται για μια ισορροπημένη προσέγγιση, η οποία αφενός βοηθά την καινοτομία, αφετέρου επιτρέπει στα γενόσημα να είναι στην αγορά την πρώτη μέρα μετά τη συμπλήρωση των 11 ετών. Το δεύτερο τμήμα της πρότασης της χώρας μας είναι να υπάρχει υποχρέωση των φαρμακευτικών εταιρειών να φέρνουν τα προϊόντα τους στη φαρμακευτική αγορά, ενώ ένα τρίτο σημαντικό σημείο αφορά στην αντιμετώπιση των ελλείψεων. Για την Ελλάδα, είναι πάρα πολύ σημαντικό να υπάρχει το λεγόμενο shortage prevention plan, δηλαδή ένα σχέδιο με βάση το οποίο να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τις ελλείψεις. Αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας της χώρας μας να ζητήσει, στο πλαίσιο της συζήτησης αναθεώρησης της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας, να αντιμετωπιστεί το θέμα των ελλείψεων είναι ο κανονισμός για τα κρίσιμα φάρμακα, ο οποίος σχετίζεται με τα κίνητρα για την αντιμετώπιση των ελλείψεων και αυτό το διάστημα θα πάει στον πρώτο τρίλογο. Πολύ σημαντικά ζητήματα για τη χώρα μας είναι επίσης τα ορφανά φάρμακα, καθώς και η αντιμικροβιακή αντίσταση. Η χώρα μας είναι σε πιο δεινή θέση από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα όσον αφορά την αντιμικροβιακή αντίσταση, ενώ από την άλλη έχουμε ένα pipeline φαρμακευτικών εταιριών που φαίνεται ότι δεν αναπτύσσουν νέα αντιβιοτικά φάρμακα. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ένα μεταβιβάσιμο κουπόνι, ένα voucher, έχει περάσει από πολύ μεγάλη διαπραγμάτευση, καθώς μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στα συστήματα υγείας, φαίνεται ωστόσο πως θα περάσει, επομένως στη συνέχεια αναμένεται να δούμε με ποιες συνθήκες θα πραγματοποιηθεί. Όσον αφορά στα κρίσιμα φάρμακα, ο Κανονισμός εκτός από τις κοινές προμήθειες για κρίσιμα φάρμακα περιλαμβάνει και κοινές προμήθειες για φάρμακα κοινού ενδιαφέροντος, που μπορεί να είναι και τα φάρμακα για σπάνιες παθήσεις. Το σημείο των προμηθειών σημαίνει πως δεν θα βασιζόμαστε πλέον στη χαμηλότερη τιμή, αλλά στο σύστημα των πολλαπλών αναδόχων, ένα σύστημα που εφαρμόζει η Ελλάδα και είναι πάρα πολύ επιτυχημένο. Βάσει του συστήματος αυτού, εξήγησε η κ. Κανή, αντί να λαμβάνουμε υπόψη μόνο τη χαμηλότερη τιμή, θα έχουμε ως κριτήριο και τη δυνατότητα παράδοσης του προϊόντος, ένα κριτήριο που προσφέρει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην εφοδιαστική αλυσίδα. Η στήριξη και προστασία της καινοτομίας αποτελεί προφανώς πολύ σημαντικό ζήτημα ιδιαίτερα για τους ασθενείς που πάσχουν από σπάνια νοσήματα, συμφώνησε ο Γενικός Διευθυντής του Σ.Φ.Ε.Ε. κ. Μιχάλης Χειμώνας. Ωστόσο, η σημερινή πολιτική της Αμερικής έχει αλλάξει τα δεδομένα και έχει δημιουργήσει σημαντική πίεση σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, με αποτέλεσμα τους τελευταίους 2-3 μήνες να είναι η πρώτη φορά που το κύριο θέμα συζήτησης στην Ευρώπη είναι αποκλειστικά τα κονδύλια υγείας και φαρμάκου. Η Ευρώπη χάνει όμως έδαφος και στη συμμετοχή ασθενών σε κλινικές μελέτες, συνέχισε ο κ. Χειμώνας, πέφτοντας για πρώτη φορά στην τρίτη θέση της κατάταξης, πίσω από την Αμερική και την Κίνα. Επομένως, η Ευρώπη, οποιαδήποτε μέτρα κι αν εφαρμόσει, θα πρέπει να προσπαθήσει να διατηρήσει την καινοτομία και να την ξαναφέρει στα προηγούμενα επίπεδα. Το εγχείρημα αυτό σαφώς δεν είναι εύκολο, καθώς τόσο η Αμερική όσο για πρώτη φορά και η Κίνα έχουν κάνει σοβαρές παρεμβάσεις και δημιουργήσει ένα πολύ πιο φιλικό περιβάλλον στην προστασία της καινοτομίας, στις επενδύσεις και στη δημιουργία capital generation. Η χώρα μας έχει σωστές θέσεις απέναντι σε όλες αυτές τις προκλήσεις, παρατήρησε ο ομιλητής, η πολιτική της Αμερικής δεν έχει ωστόσο καταφέρει να «ξυπνήσει» ακόμη όλη την Ευρώπη, με αποτέλεσμα να υπάρχουν τεράστιες διαφορές σε ορισμένες νομοθεσίες, όπως για παράδειγμα το wastewater treatment directive για τα λύματα, που είναι μια δαπάνη που σύμφωνα με την εκτίμηση της βιομηχανίας ανέρχεται σε περίπου 1 δισ. το χρόνο. Το «ο ρυπαίνων πληρώνει» είναι σωστό, αλλά πρέπει να γίνεται με έναν δίκαιο τρόπο, υπογράμμισε ο κ. Χειμώνας. Η εμπλοκή της αμερικανικής εμπορικής φαρμακευτικής πολιτικής στην ευρωπαϊκή αποτελεί σαφώς μια πολύ σημαντική διάσταση του όλου ζητήματος, συμφώνησε ο κ. Αθανασάκης. Ήδη, στην Αγγλία συζητήθηκαν για πρώτη φορά εδώ και πάρα πολλά χρόνια οι τιμές των φαρμάκων και το πρωτάκουστο είναι πως τη διαπραγμάτευση αυτή την έκανε το Βρετανικό κράτος με τους Αμερικανούς, με αντιπροσωπεία του Υπουργείου Οικονομικών της Αμερικής. Αυτό υποδεικνύει και το μέτρο των πιέσεων που θα ασκηθούν προς το βρετανικό σύστημα, αλλά δευτερογενώς πιθανότατα και προς τις χώρες της Ευρώπης. Εάν κάποιος κοιτούσε το net pricing -και υπάρχει τρόπος να βρει πολύ εύκολα όποιος ενδιαφέρεται ποια είναι η καθαρή τιμή- και έκανε τη σύγκριση, παρατήρησε ο κ. Χειμώνας, θα έβλεπε πως, σε επίπεδο τιμών φαρμακείου, το μέσο on-patent φάρμακο στην Ελλάδα είναι στο 50% του μέσου όρου της Ευρώπης και στο 1/5 της Γερμανίας. Οι εταιρείες αντιμετωπίζουν πολύ μεγάλη δυσκολία να περάσουν τιμές για νέα φάρμακα, ακόμα και για υπάρχοντα φάρμακα. Επομένως, η χώρα μας πρέπει να είναι πολύ προσεκτική στις κινήσεις της, καθώς φαίνεται πως η πολιτική της Αμερικής είναι αρκετά πιο έξυπνη απ’ όσο πιστεύαμε. Η Ευρώπη τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε μία ιδιαίτερα συναρπαστική περίοδο όσον αφορά στη φαρμακευτική νομοθεσία, ανέφερε ξεκινώντας την τοποθέτησή της η κ. Πένυ Ρέτσα, Market Access & External Relations Director της AbbVie Ελλάδας. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν τρεις πάρα πολύ σημαντικές νομοθεσίες, που βρίσκονται σε ένα κομβικό χρονικό σημείο για την Ευρώπη: το EU Pharma Package, το Critical Medicines Act, το οποίο είναι υπό εξέλιξη, και το EU Biotech Act. Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής αγοράς και η προσέλκυση επενδύσεων αποτελεί σημαντική προτεραιότητα σήμερα, συνέχισε η ομιλήτρια, καθώς τα τελευταία χρόνια η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης έχει μειωθεί και υπάρχει η κοινή παραδοχή πως θα πρέπει να ληφθούν κάποιες γενναίες αποφάσεις έτσι ώστε να παραμείνει μια περιοχή όπου η καινοτομία θα ανθίζει. Οι τρεις αυτές νομοθεσίες, που είναι σήμερα υπό αναδιαμόρφωση, έχουν αυτόν τον κοινό στόχο: να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα. Ωστόσο, στις αρχικές προτάσεις υπήρχαν σημεία, όπως επί παραδείγματι για το RDP (regulatory data protection), που δεν έδειχναν ότι θα οδηγούσαν σε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Είναι πάρα πολύ σημαντικό όταν ξεκινάει μια διαδικασία αναθεώρησης, με την ολοκλήρωσή της να έχουμε ένα θετικό πρόσημο. Δυστυχώς, πολλές φορές στην Ευρώπη συνεχίζουμε να σκε φτόμαστε πώς θα διαμορφώσουμε τη νομοθεσία, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος έχει περάσει ήδη στη δράση. Φέρνοντας το παράδειγμα της Αμερικής, η οποία αφενός παρέχει πολλά κίνητρα και πριμοδοτεί ουσιαστικά τη διεξαγωγή κλινικών μελετών στη χώρα αφετέρου έχει μία πολύ ταχύτερη διαδικασία αδειοδότησης των φαρμάκων στη συνέχεια συγκριτικά με την Ευρώπη, αλλά και της Κίνας, η οποία έχει κάνει μεγάλα άλματα στο κομμάτι των κλινικών μελετών, η κ. Ρέτσα τόνισε πως ευχή όλων είναι, μετά από όλες αυτές τις αναθεωρήσεις, η Ευρώπη να βγει πιο δυνατή. Η ενίσχυση της καινοτομίας στην Ευρώπη είναι πολύ σημαντική, συνέχισε η ομιλήτρια, γιατί όταν υπάρχει καινοτομία υπάρχει ένας ενάρετος κύκλος ανάπτυξης, ο οποίος βελτιώνει όλους τους παίκτες και την εφοδιαστική αλυσίδα και αργότερα την αγορά του off patent. Επειδή ωστόσο οι προτάσεις που γίνονται αλλά και οι λεπτομέρειες κάθε νομοθετικής παρέμβασης είναι πολλές, η αξιολόγηση της τελικής μορφής της νομοθεσίας είναι πολύ σημαντικό να γίνεται βάσει ενός τρίπτυχου κριτηρίων: Πρώτον, η νομοθεσία θα πρέπει να προσελκύει περισσότερες επενδύσεις στο τέλος της ημέρας, δεύτερον, να επιταχύνει τις διαδικασίες, καθώς η Ευρώπη είναι μια περιοχή με ιδιαίτερα πολύπλοκο κανονιστικό πλαίσιο σε σύγκριση με όλες τις υπόλοιπες χώρες, και τρίτον, να βελτιώνει την πρόσβαση των ασθενών, γιατί η καινοτομία είναι κάτι συναρπαστικό αλλά αν τελικά δεν φτάσει στον ασθενή δεν έχει κανένα νόημα. Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα σε ένα πολύ σημαντικό χρονικό σημείο, ολοκλήρωσε την τοποθέτησή της η κ. Ρέτσα, και πρέπει να δράσει ώστε να κατακτήσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που της αξίζει σε αυτόν τον ανταγωνισμό, την άμιλλα που υπάρχει μεταξύ Ευρώπης, Αμερικής και Ασίας για το ποιος θα προσελκύσει τα περισσότερα κεφάλαια στο κομμάτι των επενδύσεων στις βιοεπιστήμες και στον χώρο της υγείας. Οι αρχικές συζητήσεις για την ευρωπαϊκή νομοθεσία και το RDP ξεκίνησαν με κίνητρο να φτάσει πιο γρήγορα η καινοτομία σε πολλούς περισσότερους ανθρώπους με ίσους όρους, ωστόσο δύσκολα άντεξαν τελικά τα αυτά κίνητρα σε ένα διεθνές εξαιρετικά ανταγωνιστικό περιβάλλον μεγάλων πιέσεων, σχολίασε ο κ. Αθανασάκης. Σήμερα, παράλληλα με τα ζητήματα της προστασίας, επιχειρείται μέσα από μια σειρά συζητήσεων, μέτρων και ρυθμίσεων να δοθούν πάλι κίνητρα και να επανεγκατασταθεί η παραγωγή, με προμετωπίδα την ασφάλεια σε κρίσεις, αλλά και την οικονομική προφανώς δραστηριότητα, ανέφερε ο συντονιστής της Στρογγυλής Τράπεζας και κάλεσε τον κ. Κοτσιαρό να μοιραστεί με το panel την άποψη της Π.Ε.Φ. σχετικά με τον αντίκτυπο της νέας ευρωπαϊκής νομοθεσίας στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και το ζήτημα της μεταφοράς της παραγωγής στην Ευρώπη. Η αναθεώρηση της ευρωπαϊκής φαρμακευτικής νομοθεσίας, η οποία αποτελεί μια μοναδική για την εποχή μας ευκαιρία, δήλωσε ο Γενικός Διευθυντής της Π.Ε.Φ. κ. Θανάσης Κοτσιαρός, έχει θέσει τρεις βασικούς στόχους: πρώτον, την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτά φάρμακα για την κάλυψη των μη καλυπτόμενων ιατρικών αναγκών, δεύτερον, τη στήριξη της ανταγωνιστικότητας, της καινοτομίας και της βιωσιμότητας της φαρμακευτικής βιομηχανίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτον, την ενίσχυση των μηχανισμών ετοιμότητας και αντιμετώπισης κρίσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο κλάδος των φαρμάκων εκτός προστασίας στην Ευρώπη αποτελεί σήμερα περίπου το 70% των χορηγούμενων φαρμάκων στην Ευρώπη, ανέφερε ο κ. Κοτσιαρός, απασχολεί 190.000 εργαζομένους και έχει περίπου 400 εργοστάσια, τα 51 εκ των οποίων είναι πολύ σημαντικό ότι βρίσκονται στην Ελλάδα. Οι Ευρωπαίοι παραγωγοί, παρατήρησε, έχουν θέσει ως σαφή ανάγκη τον επαναπατρισμό και στήριξη της ενδοευρωπαϊκής παραγωγής. Όσον αφορά στην πρόσβαση, η Π.Ε.Φ. υποστηρίζει την όσο το δυνατόν ταχύτερη πρόσβαση στα γενόσημα φάρμακα, με κυκλοφορία των γενόσημων φαρμάκων την επόμενη μέρα της λήξης πατέντας ενός φαρμάκου και περίοδο προστασίας το ανώτατο 11 χρόνια, θέση που συμφωνεί απόλυτα με τη θέση της ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας και της ελληνικής κυβέρνησης. Αναφορικά με την ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι δυστυχώς αυταπόδεικτο ότι, παρά τις διαδοχικές προστασίες που έχουμε δημιουργήσει στο ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο, η Ευρώπη χάνει συνεχώς έδαφος έναντι κυρίως των ΗΠΑ και της Ασίας, τόνισε ο ομιλητής, αναφέροντας χαρακτηριστικά πως η διαφορά σε επενδύσεις έρευνας και ανάπτυξης μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ που το 2000 ήταν 2 δισ. ευρώ, το 2020 έφτασε τα 25 δισ. ευρώ. Το χάσμα αυξάνεται και προφανώς δεν σχετίζεται μόνο με τη νομοθεσία ή με την προστασία του RDP, υπογράμμισε. Η Επιτροπή επιβεβαιώνει πως το 20% των νέων φαρμάκων που εγκρίνονται προέρχονται από μη ευρωπαϊκές εταιρείες, επομένως η συζήτηση είναι πολύ γενικότερη και η Ευρώπη θα πρέπει να δει πιο σφαιρικά και στοχευμένα το ζήτημα αυτό. Από την άλλη, οι πολιτικές ανταγωνισμού που έχει δημιουργήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τα γενόσημα και τα βιοομοειδή φαίνεται πως λειτουργούν, καθώς έχουν οδηγήσει σε διπλασιασμό της πρόσβασης, μεγάλες εξοικονομήσεις και επενδύσεις στην Ευρώπη σε παραγωγή γενοσήμων και βιοομοειδών, αλλά και πρώτων υλών. Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, παρατήρησε ο κ. Κοτσιαρός, σημαίνει και αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που έχει η ίδια η Ευρώπη όσον αφορά το οικοσύστημα των γενοσήμων και των βιοομοειδών. Η αυτάρκεια, από την άλλη, της Ε.Ε., δεδομένης της μεγάλης γεωπολιτικής αστάθειας, είναι ένα πολύ κρίσιμο στοίχημα που πρέπει όλοι μαζί ως Ευρώπη να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε. Για να το πετύχουμε, απαιτείται επαναπατρισμός της παραγωγής, χρειάζονται κίνητρα για την αύξηση των παραγωγικών ικανοτήτων και δυνατοτήτων της Ε.Ε. και χρειάζεται απεξάρτηση τόσο σε παραγωγή πρώτων υλών όσο και σε παραγωγή έρευνας και καινοτομίας μέσα στην Ε.Ε. Το στοίχημα είναι ανοικτό, ανέφερε κλείνοντας ο κ. Κοτσιαρός, και με τη συνέργεια όλων μπορούμε να το κερδίσουμε. Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αποτελεί αναμφίβολα ένα πολύ σημαντικό επίτευγμα, χαρακτηρίζεται ωστόσο και από κάποιες αντιφάσεις, καθώς από τη μία αναπτύσσονται κοινές δράσεις και πρωτοβουλίες και από την άλλη βλέπουμε ταυτόχρονα έναν εσωτερικό ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών-μελών της σε πολλούς τομείς, σχολίασε ο κ. Σουλιώτης, δίνοντας τον λόγο στον κ. Καρόκη. Η συνεργασία όλων των μελών της Ευρώπης για την ανάπτυξη τόσο της έρευνας όσο και της παραγωγής είναι καίριας σημασίας σήμερα, ανέφερε ο κ. Αντώνης Καρόκης, External Affairs Director της MSD Ελλάδας. Μία από τις επιπτώσεις των καταιγιστικών γεωπολιτικών εξελίξεων που λαμβάνουν χώρα είναι η μετατόπιση της έννοιας της αυτονομίας, που πλέον αφορά όχι μόνο την έρευνα και ανάπτυξη προϊόντων, αλλά και την παραγωγή πρωτότυπων και βιοτεχνολογικών φαρμάκων. Η μετατόπιση αυτή και η αλλαγή των αναγκών επηρέασαν καθοριστικά τη συζήτηση για τη φαρμακευτική νομοθεσία στην Ευρώπη. Η Ευρώπη έχει πλέον καταλάβει πως το δίλημμα δεν είναι πρόσβαση ή καινοτομία, αλλά χρειάζεται πρόσβαση στην καινοτομία, υπογράμμισε ο κ. Καρόκης. Έτσι, η νέα ευρωπαϊκή φαρμακευτική νομοθεσία φέρνει μια σειρά σημαντικών αλλαγών, επισήμανε ο ομιλητής, φέρνοντας ως παράδειγμα την απόφαση δημιουργίας ενός μεταβιβάσιμου voucher που παρέχει ουσιαστικά κίνητρο στις εταιρείες για την ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών και τη φύλαξή τους για μελλοντική χρήση όταν παραστεί ανάγκη. Βάσει των παγκόσμιων εξελίξεων στον τομέα του φαρμάκου, προέβλεψε ο κ. Καρόκης, στο μέλλον εκτιμάται πως θα υπάρχουν τρεις κατηγορίες φαρμάκων: η πρώτη κατηγορία θα περιλαμβάνει τα πρωτότυπα, off patent και γενόσημα φάρμακα που θα έχουν χαμηλές τιμές σε όλο τον κόσμο, η δεύτερη τα φάρμακα που αποτελούν την αιχμή της βιοτεχνολογίας, όπως προσωποποιημένες θεραπείες, που θα έχουν πολύ υψηλό κόστος παραγωγής και σύνθετες συνθήκες διακίνησης, και η τρίτη τα φάρμακα που θα έχουν υψηλότερο κόστος αλλά και υψηλότερο όφελος, τα οποία για την αποζημίωσή τους θα περνούν από σύστημα αξιολόγησης. Αυτή τη στιγμή το σύστημα βρίσκεται σε μεγάλη ανισορροπία όσον αφορά στις τιμές των φαρμάκων, κατέληξε ο ομιλητής, εκτιμάται ωστόσο πως στην πορεία θα γίνουν οι απαραίτητοι συμβιβασμοί ώστε η κατάσταση να ισορροπήσει. Κύριο μέλημα και αίτημα των ασθενών, αλλά και στόχος όλων, είναι η δίκαιη και έγκαιρη πρόσβαση στο φάρμακο, παρατήρησε ο κ. Δημήτρης Κοντοπίδης, Πρόεδρος του European Lung Foundation, Αντιπρόεδρος της Ένωσης Ασθενών Ελλάδος & Ιδρυτής του Patients Hub. Στο πλαίσιο αυτό, τα βασικά ερωτήματα που τίθενται από πλευράς των ασθενών είναι δύο: πρώτον, αν υπάρχουν ανισότητες στην πρόσβαση στην καινοτομία και δεύτερον, τι μπορούν να κάνουν και σε ποιο σημείο μπορούν να παρέμβουν οι ασθενείς για να βελτιωθεί η κατάσταση. Οι ασθενείς βιώνουν δυστυχώς ανισότητες τόσο μεταξύ χωρών όσο και θεραπευτικών κατηγοριών, ανέφερε ο ομιλητής. Ανισότητες υπάρχουν ακόμη και σε χώρες που έχουν ενεργό σύστημα Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας (HTA), καθώς υπάρχουν διαφοροποιήσεις στα αποτελέσματα ανάλογα με το πώς κάποιος αξιολογεί την καινοτομία ενός φαρμάκου. Επομένως, κάποια βασικά ζητούμενα που θα πρέπει να ορισθούν προκειμένου να μπορέσουμε να έχουμε ενιαία αποτελέσματα και δείκτες μέτρησης της καινοτομίας, είναι ποια είναι η πραγματική θεραπευτική αξία που προσθέτει η καινοτομία, καθώς και τι θεωρούμε ακάλυπτη ανάγκη και τι βάρος έχει αυτή. Ο ρόλος της συμμετοχής των ασθενών ως  «εμπειρογνώμονες ασθενείς βάσει εμπειρίας» (patient experts by experience) σε ένα δομημένο εργαλείο όπως είναι το ΗΤΑ είναι πολύ σημαντικός. Οι ασθενείς διαθέτουν μια εμπειρία που δεν μπορεί απαραίτητα να καταγραφεί στα κλινικά δεδομένα ή αλλού, αλλά μπορεί να προσφέρει σημαντικές πληροφορίες στη διαδικασία της εκτίμησης των ακάλυπτων αναγκών και της επιβάρυνσης που βιώνουν από την πάθησή τους, καθώς και της αξιολόγησης θεραπειών. Η συνεχής, σταθερή και δομημένη συμμετοχή των ασθενών -που είναι ουσιαστικά και πληρωτές και αποδέκτες των θεραπευτικών καινοτομιών- στις συζητήσεις και τις αποφάσεις που τους αφορούν, υπογράμμισε ο κ. Κοντοπίδης, αποτελεί ουσιαστικά θέμα δημοκρατίας. Η Ένωση Ασθενών Ελλάδας προσπαθεί να εκπαιδεύει όσο το δυνατόν περισσότερους ασθενείς που εκπροσωπούν διαφορετικές θεραπευτικές κατηγορίες ώστε να μπορούν να συμμετέχουν σε αυτές τις δομημένες διαδικασίες, ωστόσο προφανώς μπορεί να υπάρχουν ανισότητες όσον αφορά στο επίπεδο γνώσης και κατάρτισης των εκπροσώπων διαφορετικών θεραπευτικών κατηγοριών. Οι απαιτήσεις -για περισσότερες κλινικές δοκιμές, καθώς και για μεγαλύτερη ταχύτητα και ευελιξία- είναι σήμερα πολλές, δήλωσε ο Προέδρος του Ε.Ο.Φ. κ. Σπύρος Σαπουνάς, ωστόσο όλες αυτές οι αλλαγές δεν γίνεται να έρθουν από τη μία ημέρα στην άλλη, απαιτείται χρόνος. Ο Ε.Ο.Φ. έχει σημαντικό φόρτο εργασίας, καθώς συμμετέχει σε όλα τα ευρωπαϊκά όργανα και σε όλες τις διαδικασίες για την τροποποίηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, ενώ ταυτόχρονα καλείται να εκπληρώνει στο ακέραιο και όλες τις εθνικές και ευρωπαϊκές του υποχρεώσεις. Συμφωνώντας πως η Ευρώπη έχει καθυστερήσει πολύ στην ανταπόκρισή της στις ραγδαίες γεωπολιτικές αλλαγές, ο κ. Σαπουνάς ανέφερε πως τουλάχιστον όσον αφορά στις κλινικές δοκιμές οι αριθμοί δείχνουν βελτίωση στη χώρα μας, καθώς ο αριθμός των αιτήσεων για νέες κλινικές δοκιμές αυξάνεται. Πρόσφατα, πρόσθεσε, τοποθετήθηκαν δύο επιπλέον πρόσωπα στην Επιτροπή Ηθικής και Δεοντολογίας, προκειμένου να μπορέσει ο Ε.Ο.Φ. να ανταποκριθεί στον ακόμη μεγαλύτερο όγκο αιτημάτων για κλινικές δοκιμές που νομοτελειακά θα έρθουν. Διατυπώνοντας στη συνέχεια τη διαφωνία του με τον κ. Καρόκη σχετικά με το ότι όταν υπάρχει μικροβιακή αντοχή και μεγάλος όγκος αντιβιοτικών οι εταιρείες δεν έχουν κίνητρο για παραγωγή νέων αντιβιοτικών, ο κ. Σαπουνάς ανέφερε πως, καθώς κάθε φάρμακο έχει ενδείξεις και αντενδείξεις, μπορούν να παραχθούν αντιβιοτικά που θα χρησιμοποιηθούν εφόσον υπάρχουν ανθεκτικά στελέχη στα προηγηθέντα. Για να μπορέσει ο Ε.Ο.Φ. να συνεχίσει να ανταποκρίνεται με επιτυχία στις εθνικές και ευρωπαϊκές υποχρεώσεις του, θα πρέπει να στελεχωθεί, να ενδυναμωθεί, να έχει καλά εκπαιδευμένο μόνιμο και όχι εποχικό προσωπικό, ενώ επιπλέον θα πρέπει να ολοκληρωθεί η ψηφιοποίηση και η ψηφιακή αναβάθμιση του Οργανισμού, τόνισε ο ομιλητής. Απαραίτητη είναι επίσης, πρόσθεσε, η εναρμόνιση όλων προκειμένου να δημιουργηθεί ένα σύστημα all-in-one με απλοποιημένες διαδικασίες που θα μπορεί να βοηθήσει τη φαρμακοβιομηχανία. Οι αυστηρές διαδικασίες αξιολόγησης του Ε.Ο.Φ. μπορεί να προκαλούν κάποιες καθυστερήσεις στην παραγωγή γενοσήμων στη χώρα, ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του ο κ. Σαπουνάς, συμβάλλουν ωστόσο σημαντικά στην υψηλή ποιότητα των ελληνικών φαρμάκων. Το κύριο μέλημα για ένα φάρμακο δεν είναι να είναι μόνο φθηνό, αλλά να έχει πρωτίστως υψηλή ποιότητα, αποτελεσματικότητα και ασφάλεια, χαρακτηριστικά που το ελληνικό φάρμακο διαθέτει και για τον λόγο αυτό είναι περιζήτητο στις αγορές.

Read More
29 Ιαν

Θεματική ενότητα: Εμβόλια – Πολιτικές για την αύξηση της κάλυψης και χρηματοδοτικές προοπτικές

  • Esdy
  • 0 Comment

Ο εμβολιασμός αποτελεί βασικό πυλώνα πρόληψης και δημόσιας υγείας, αλλά και μια κρίσιμη επένδυση που ενισχύει τη βιωσιμότητα και ανθεκτικότητα του συστήματος υγείας. Η κοινωνική διάσταση των εμβολίων συζητήθηκε σε δύο συνεχόμενες συνεδρίες, όπου διατυπώθηκαν τεκμηριωμένες προτάσεις για ρεαλιστικές και αποδοτικές στρατηγικές αφενός για την ενίσχυση της εμβολιαστικής κάλυψης του ενήλικου πληθυσμού αφετέρου για τη βιώσιμη χρηματοδότηση των προγραμμάτων εμβολιασμού.

 

Τεκμηριωμένες πολιτικές για τη βελτίωση της συμμετοχής των ενηλίκων στον εμβολιασμό

Οι εμβολιασμοί αποτελούν ένα από τα αποτελεσματικότερα και αποδοτικότερα μέτρα δημόσιας υγείας, καθώς χάρη σε αυτούς έχουν περιοριστεί, ελεγχθεί ή ακόμα και εκριζωθεί αρκετά λοιμώδη νοσήματα και σώζονται κάθε χρόνο εκατομμύρια ζωές παγκοσμίως. Η επιτυχία ωστόσο των εμβολίων έχει οδηγήσει, με την πάροδο του χρόνου, σε μειωμένη αντίληψη του κινδύνου εκ μέρους των πολιτών και ως εκ τούτου σε μειωμένη αποδοχή και αύξηση της αμφισβήτησης της αξίας των εμβολίων και των εμβολιασμών, με σημαντικές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, τόνισε η συντονίστρια της συνεδρίας κ. Ιωάννα Παυλοπούλου, Καθηγήτρια Παιδιατρικής - Λοιμωξιολόγος στο Ε.Κ.Π.Α. Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των εμβολίων που απευθύνονται σε ενήλικες. Εντούτοις, παρά την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των εμβολίων αυτών, υπογράμμισε η κ. Παυλοπούλου, τα ποσοστά της εμβολιαστικής κάλυψης στον πληθυσμό των ενηλίκων υπολείπονται κατα πολύ των ποσοστών στον πληθυσμό των παιδιών και των εφήβων. Αυτό το κενό μεταξύ της επιθυμητής κάλυψης του ενήλικου πληθυσμού και της πραγματικότητας έχει σημαντικές επιπτώσεις, ατομικές και στη δημόσια υγεία. [gallery columns="4" size="medium" link="file" ids="12505,12499,12500,12501,12502,12503,12504"] Ο εμβολιασμός ενηλίκων ως εργαλείο για τη βιωσιμότητα του Συστήματος Υγείας Στη χώρα μας, τα δεδομένα από τις νοσηλείες λόγω ιογενών λοιμώξεων του αναπνευστικού στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός κατά το διάστημα Μάιος 2023 - Ιούνιος 2025, ανέφερε η Καθηγήτρια Πνευμονολογίας κ. Παρασκευή Κατσαούνου, δείχνουν πως η μετά-COVID περίοδος χαρακτηρίζεται από την επαναφορά και εποχική διακύμανση των κλασικών αναπνευστικών ιών, όπως της γρίπης και του RSV, παράλληλα με τη συνεχιζόμενη παρουσία του SARS-CoV-2. Τονίζοντας τη μεγάλη σημασία της αποτύπωσης και της ακριβούς ταυτοποίησης των ιών, η Καθηγήτρια επισήμανε πως η θνητότητα των ασθενών με λοίμωξη RSV εντός της διετίας αυτής, παρότι επρόκειτο για ασθενείς με συννοσηρότητες, ήταν αρκετά υψηλή, ανερχόμενη σε περίπου 16%. Η ομάδα ασθενών με RSV που παρουσιάζουν την υψηλότερη θνητότητα, συνέχισε, είναι οι ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), ενώ επιπλέον, ακόμη κι αυτοί που επιβιώνουν εμφανίζουν περαιτέρω επιδείνωση της αναπνευστικής τους λειτουργίας, ποσοστό της οποίας δεν αναστρέφεται μετά την αποδρομή της παρόξυνσης. Στη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, οι πιο αποτελεσματικές και παράλληλα οι πιο φθηνές θεραπείες, στις οποίες είναι απαραίτητο να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση, παρατήρησε η κ. Κατσαούνου, είναι μη φαρμακευτικές, όπως η πνευμονική αποκατάσταση, η διακοπή του καπνίσματος και ο αντιγριπικός εμβολιασμός. Αναφερόμενη στον πνευμονιόκοκκο, η Καθηγήτρια παρατήρησε πως δεν προκαλεί μόνο πνευμονία, αλλά και διεισδυτική νόσο, μηνιγγίτιδα και βακτηριαιμία και, σύμφωνα με τα δεδομένα, είναι ιδιαίτερα θανατηφόρος και στη χώρα μας. Ο εμβολιασμός με τα ήδη διαθέσιμα εμβόλια κατά του πνευμονιόκοκκου δεν βοηθάει μόνο στην πρόληψη της νοσηρότητας και της θνητότητας, τόνισε η κ. Κατσαούνου, αλλά συμβάλλει και στο να μειωθεί η μικροβιακή αντοχή, η οποία αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό πρόβλημα. Μιλώντας για την επίδραση του καπνίσματος στο ανοσοποιητικό, η ομιλήτρια είπε πως είναι αρκετά υποτιμημένη, καθώς υπάρχουν αρκετές μελέτες που δείχνουν πως οι καπνιστές, ακόμα και οι νεότεροι, έχουν πολύ μειωμένη άμυνα, ενώ επιπλέον το κάπνισμα φαίνεται να αφήνει αποτύπωμα στο DNA ακόμα και μετά τη διακοπή του καπνίσματος. Το κάπνισμα είναι παράγοντας αυξημένου κινδύνου για τις λοιμώξεις του αναπνευστικού και δυστυχώς, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΟΔΥ, η εικόνα στη χώρα μας όσον αφορά στο κάπνισμα είναι τραγική, καθώς 38% των Ελλήνων εξακολουθούν να χρησιμοποιούν καπνικά προϊόντα. Η μείωση της συχνότητας πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας στις ΗΠΑ, σε αντίθεση με την Ευρώπη, οφείλεται σε δύο βασικές διαφορές: Η πρώτη έχει σχέση με το κάπνισμα, που στην Αμερική έχει μειωθεί σε κάτω του 10%, ενώ στην Ευρώπη είναι κατά μέσον όρο 24%, και η δεύτερη αφορά στον εμβολιασμό έναντι του πνευμονιόκοκκου, όπου η Ευρώπη υπολείπεται σημαντικά της Αμερικής, με εξαίρεση τη χώρα μας όπου το εμβολιαστικό πρόγραμμα είναι εξαιρετικό. Μετά το καθαρό νερό, ο εμβολιασμός είναι η πιο αποτελεσματική παρέμβαση δημόσιας υγείας στον κόσμο για την πρόληψη ασθενειών και τη διασφάλιση της υγείας, ανέφερε ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή της η ομιλήτρια. Η επικαιροποίηση του προγράμματος εμβολιασμών και η συνεχής επανάληψη της ανάγκης συνεχούς εμβολιαστικής κάλυψης οφείλει να αποτελεί προτεραιότητα και καθημερινή κλινική πρακτική. Ο εμβολιασμός, μαζί με τη διακοπή του καπνίσματος, αποτελούν τις πιο οικονομικά αποδοτικές παρεμβάσεις για τη δημόσια υγεία, απαιτούν ωστόσο αλλαγή νοοτροπίας. Πηγές πληροφόρησης και εμβολιασμός Οι πηγές πληροφόρησης και ο ρόλος τους στη διαμόρφωση της εμβολιαστικής συμπεριφοράς βρίσκονται στον πυρήνα κάθε σύγχρονης δημόσιας πολιτικής πρόληψης, ανέφερε η Γενική Γραμματέας Δημόσιας Υγείας στο Υπουργείο Υγείας κ. Χριστίνα-Μαρία Κράββαρη. Πρόκειται για ένα ζήτημα βαθύτατα πολιτικό, εξήγησε, καθώς αφορά τον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος χτίζει εμπιστοσύνη, διαμορφώνει τη συνείδηση της πρόληψης και τελικά προστατεύει τη συλλογική υγεία. Ο εμβολιασμός των ενηλίκων δεν αποτελεί απλώς μια ιατρική πράξη, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας σύνθετης διαδικασίας λήψης αποφάσεων, στην οποία η ποιότητα της πληροφόρησης παίζει πραγματικά καθοριστικό ρόλο. Όταν η ενημέρωση είναι έγκυρη, κατανοητή και σταθερή, ενισχύει την εμπιστοσύνη, διευκολύνει την πρόσβαση στην πρόληψη, μετατρέπει πραγματικά τον εμβολιασμό σε συνειδητή πράξη προστασίας, όταν όμως είναι αντιφατική, παραπλανητική, λειτουργεί αποτρεπτικά, δημιουργώντας ανασφάλεια και σύγχυση. Η χώρα μας έχει ένα από τα καλύτερα προγράμματα εμβολιασμού, το οποίο επικαιροποιείται συνεχώς. Μετά την πανδημία της COVID-19, ωστόσο, στη χώρα μας και διεθνώς έχει παρατηρηθεί ένα φαινόμενο που αποσχολεί όλους τους οργανισμούς δημόσιας υγείας, η εμβολιαστική κόπωση των πολιτών. Η πολιτεία οφείλει να δώσει ιδιαίτερη σημασία σε αυτή την κόπωση του πληθυσμού και να σχεδιάσει πολιτικές που αναγνωρίζουν την ψυχική και κοινωνική διάσταση της κόπωσης, επαναφέρουν τον διάλογο στη βάση της εμπιστοσύνης και του σεβασμού και επενδύουν στη σταθερή, ανθρώπινη και αξιόπιστη ενημέρωση. Σήμερα, οι πολίτες εκτίθενται σε μια πληθώρα πηγών ενημέρωσης, ενώ την ίδια στιγμή η ψηφιακή δημοσιότητα έχει δημιουργήσει έναν χώρο στον οποίο συνυπάρχουν επιστημονική γνώση, προσωπικές απόψεις και οργανωμένη παραπληροφόρηση. Αυτή η ανάμειξη μπορεί να θολώσει τα όρια της αξιοπιστίας, ειδικά όταν η πληροφορία παρουσιάζεται με απλουστευτικό τρόπο, τόνισε η ομιλήτρια, αναφέροντας πως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει αναγνωρίσει πλέον την παραπληροφόρηση ως μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τη δημόσια υγεία. Σε έναν κόσμο που η πληροφορία κυκλοφορεί αδιάκοπα, ο ανθρώπινος παράγοντας παραμένει καθοριστικός. Οι επαγγελματίες υγείας είναι συχνά οι πρώτοι που καλούνται να απαντήσουν στις απορίες των πολιτών και η σχέση που έχουν με τους ασθενείς τους βασίζεται στη συνέχεια και στην προσωπική επαφή, συνεπώς η ενίσχυση των επαγγελματιών με την κατάλληλη εκπαίδευση στην επικοινωνία, επικαιροποιημένο και επιστημονικά τεκμηριωμένο υλικό, αλλά και άλλα εργαλεία που απαντούν σε δύσκολες ερωτήσεις και απομυθοποιούν καταστάσεις και θεωρίες συνωμοσίας, είναι πολύ σημαντική. Η ενημέρωση γύρω από τον εμβολιασμό δεν μπορεί ωστόσο να στηρίζεται σε αποσπασματικές ενέργειες. Χρειάζεται συντονισμός, ενιαία μηνύματα, σταθερή στρατηγική παρουσίαση των δεδομένων. Η δημιουργία του Γραφείου Αντιμετώπισης της Παραπληροφόρησης στον ΕΟΔΥ, που έχει ήδη αναγγελθεί από το Υπουργείο Υγείας, έχει στόχο να οργανώσει τη θεσμική απάντηση στην παραπληροφόρηση, να ενισχύσει την αξιοπιστία της δημόσιας επικοινωνίας, να προστατεύσει τον πολίτη από επικίνδυνες ανακρίβειες και να ευθυγραμμίσει τη χώρα μας ουσιαστικά με τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές. Η επένδυση στην ενημέρωση δεν είναι επικουρική πράξη, κατέληξε η κ. Κράββαρη, είναι κεντρικό στοιχείο κάθε πολιτικής πρόληψης, αποτελεί τον κρίκο που ενώνει την επιστήμη με την κοινωνία και την πολιτική βούληση με την κοινωνική αποδοχή. Πρωτοβάθμια φροντίδα, προσωπικός ιατρός και εμβολιασμός Τη σκυτάλη των ομιλιών έλαβε στη συνέχεια η κ. Ζωή Τσίμτσιου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Υγιεινής, Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, η οποία αναφέρθηκε στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, που καθιστούν καίριο τον ρόλο της στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης στους ενήλικες στη χώρα μας. Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, εξήγησε η κ. Τσίμτσιου, αποτελεί ένα σταθερό σημείο επαφής καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου, απευθύνεται στο σύνολο της κοινωνίας, ενισχύει τα συστήματα υγείας και μεγιστοποιεί το επίπεδο και τη δίκαιη κατανομή της υγείας και της ευημερίας, συνδυάζοντας τρία αλληλένδετα και συμπληρωματικά στοιχεία: α) τη συνέργεια υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας και βασικών λειτουργιών Δημόσιας Υγείας, β) την αξιοποίηση πολυτομεακής πολιτικής και δράσης για τη διαχείριση του συνόλου των προσδιοριστών της υγείας και γ) την ενδυνάμωση των ατόμων και των κοινοτήτων. Παρουσιάζοντας τα δημοσιευμένα αποτελέσματα μίας μεγάλης μελέτης, που διεξήχθη το 2019 με τη συμμετοχή 1500 ατόμων από 23 διαφορετικά ιατρεία πρωτοβάθμιας φροντίδας σε όλη την Ελλάδα, η κ. Τσίμτσιου εξήγησε πως η παράμετρος που είχε σημαντικά μεγαλύτερη δύναμη να αυξήσει την πιθανότητα εμβολιασμού των ενηλίκων χρηστών υπηρεσιών ΠΦΥ ήταν η σύσταση από τον ιατρό τους, εύρημα που επιβεβαιώθηκε μάλιστα από μία δεύτερη μελέτη, η οποία επιπλέον έδειξε ότι και άλλοι επαγγελματίες υγείας, όπως οι φαρμακοποιοί, έχουν επίσης τη δύναμη να επηρεάζουν τους πολίτες προς τη σωστή κατεύθυνση. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, συνέχισε η ομιλήτρια, το εμβόλιο του COVID από τη μία έφερε στην επιφάνεια αντίδραση στην υποχρεωτικότητα και αμφισβήτηση των θεσμών, από την άλλη στάθηκε αφορμή να μάθει ο ενήλικος πληθυσμός πως ο εμβολιασμός δεν τελειώνει στην παιδική ηλικία. Σύμφωνα με το φάσμα της διστακτικότητας απέναντι στον εμβολιασμό που παρουσίασε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), 30-40% των ατόμων παγκοσμίως αποδέχονται όλα τα εμβόλια, περίπου 30% είναι θετικοί στον εμβολιασμό αλλά όχι με απόλυτη βεβαιότητα, επομένως θα πρέπει να ασχοληθούν λίγο περισσότερο μαζί τους οι επαγγελματίες υγείας για να απαντήσουν στις ερωτήσεις τους, 20-30% είναι θετικοί σε κάποια εμβόλια αλλά διστακτικοί σε κάποια άλλα, ένα μικρότερο ποσοστό με πολύ μεγάλο εύρος διεθνώς (2-27%) είναι αρνητικοί στον εμβολιασμό αλλά όχι με απολυτότητα και ένα πολύ μικρό τελικά ποσοστό, κάτω του 2%, είναι αρνητές. Στη χώρα μας, σύμφωνα με μελέτες που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας, 4-5 στα 10 άτομα είναι υποστηρικτές του εμβολιασμού, 4 στα 10 άτομα είναι θετικά αλλά όχι με απόλυτη βεβαιότητα, ενώ οι αρνητές αποτελούν επίσης ένα πολύ χαμηλό ποσοστό. Καθώς η πανδημία ανέδειξε την αξία τεχνικών επικοινωνίας, όπως της κινητοποιού συνέντευξης, ο ΠΟΥ έχει πλέον αναπτύξει ένα αποδεδειγμένα αποτελεσματικό επικοινωνιακό μοντέλο για την εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, ανέφερε ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή της η κ. Τσίμτσιου. Οι επαγγελματίες υγείας στην ΠΦΥ μπορούν να διαδραματίσουν έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης μέσα από την αύξηση της εγγραμματοσύνης υγείας στους ασθενείς σχετικά με την αξία, την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του εμβολιασμού, κατέληξε η ομιλήτρια, επισημαίνοντας την ανάγκη για εθνικά μητρώα καταγραφής, καθώς και για δημόσιες καμπάνιες ενημέρωσης σχετικά με τα εμβόλια ενήλικων. Μητρώο Εμβολιασμών Ο κ. Κωνσταντίνος Μαθιουδάκης, Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Συστημάτων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στην Η.ΔΙ.Κ.Α., εστίασε στα εργαλεία που διαθέτει πλέον η χώρα μας για τη μέτρηση και αξιολόγηση της εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού, ώστε να μπορεί η πολιτεία να λαμβάνει τεκμηριωμένες αποφάσεις για παρεμβάσεις, σε επίπεδο επικράτειας ή σε επιμέρους περιοχές της χώρας ή πληθυσμούς. Θεσμικά, όλα τα μητρώα εμβολιασμών υλοποιούνται από την Η.ΔΙ.Κ.Α. και αποσκοπούν στην ηλεκτρονική καταγραφή όλων των εμβολίων που προβλέπονται στα εθνικά προγράμματα εμβολιασμών. Τα μητρώα εμβολιασμού που διαθέτει σήμερα η χώρα μας είναι το Μητρώο Εμβολιασμών Παιδιών και Εφήβων, το οποίο είναι σε λειτουργία εδώ και περίπου τρεισήμισι  έτη, το Μητρώο Εμβολιασμού Ενηλίκων, το οποίο τέθηκε σε λειτουργία στις αρχές του 2025, το Μητρώο Αντιγριπικού Εμβολιασμού και το Μητρώο Εμβολιασμού κατά της COVID που ήταν το πρώτο μητρώο που μπήκε σε παραγωγή με την έναρξη της πανδημίας στο τέλος του 2020. Η σύσταση του Εθνικού Μητρώου Εμβολιασμών θεσμοθετήθηκε ουσιαστικά επισήμως τον Οκτώβριο του 2020, με την υπογραφή της σχετικής ΚΥΑ, η υλοποίησή του ωστόσο ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2022. Παρουσιάζοντας τη διαδικασία που ακολουθείται και την πληροφορία που καταχωρείται στα μητρώα εμβολιασμού, ο κ. Μαθιουδάκης υπογράμμισε πως η υλοποίηση του πρώτου εθνικού μητρώου εμβολιασμού κατά της COVID αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη φορά που εφαρμόσθηκε στη χώρα ένα τέτοιο περίπλοκο και ολοκληρωμένο σύστημα, στο οποίο διαλειτουργούσε ένα πλέγμα διαφορετικών φορέων και συστημάτων. Το Εθνικό Μητρώο Αντιγριπικού Εμβολιασμού, που βρίσκεται πλέον αρκετά χρόνια σε λειτουργία και στο οποίο καταχωρούν τη διενέργεια εμβολίων όχι μόνο οι ιατροί αλλά και οι φαρμακοποιοί, περιέχει σήμερα αρκετά καλά δεδομένα, παρατήρησε ο ομιλητής, τονίζοντας τη σημαντική συμβολή των φαρμακοποιών της χώρας στην ενημέρωση του μητρώου. Η υλοποίηση των μητρώων εμβολιασμού ανηλίκων και ενηλίκων βασίζεται φυσικά στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού που συστήνεται από την Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών, συνέχισε. Αναφερόμενος στην αλλαγή της διαδικασίας για το Μητρώο Εμβολιασμών Παιδιών και Εφήβων, που συμφωνήθηκε με την Επιτροπή Εμβολιασμών, ο ομιλητής εξήγησε πως η νέα διαδικασία που έχει ήδη υλοποιηθεί στο μητρώο -και θα τεθεί σε παραγωγική λειτουργία στις αρχές του 2026- προβλέπει την απενεργοποίηση της δυνατότητας συνταγογράφησης εμβολίων από το σύστημα της Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης και τη δημιουργία συνταγής κατευθείαν από το μητρώο, αυτόματα. Ο γιατρός θα χρησιμοποιεί υποχρεωτικά πλέον το μητρώο εμβολιασμού, καθώς όλες οι κινήσεις σχετικά με τα παιδικά εμβόλια θα πραγματοποιούνται μέσω του μητρώου, ενώ επιπλέον δεν θα είναι δυνατή η συμπληρωτική συνταγογράφηση μέσω του μητρώου μιας επόμενης δόσης εμβολίου αν δεν έχουν καταχωρισθεί οι προηγούμενες δόσεις. Η αλλαγή αυτή απλοποιεί την όλη διαδικασία από τη συνταγογράφηση μέχρι και τη διενέργεια του εμβολίου και, ουσιαστικά, εξασφαλίζει τη συμπλήρωση και πληρότητα του μητρώου, είπε ο κ. Μαθιουδάκης, συμπληρώνοντας πως στόχος τόσο της Η.ΔΙ.Κ.Α., όσο και της Επιτροπής Εμβολιασμών και της πολιτικής ηγεσίας είναι οι αλλαγές αυτές να επεκταθούν στην πορεία και στο μητρώο εμβολιασμών ενηλίκων. Επισημαίνοντας πως όλες οι καταχωρίσεις που γίνονται και στα τέσσερα μητρώα εμβολιασμού καταλήγουν τελικά στο My Health, τον Ηλεκτρονικό Φάκελο Υγείας, ο κ. Μαθιουδάκης υπογράμμισε πως η ενημέρωση των μητρώων αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα, που απαιτεί διαρκή αγώνα και συνεργασία ώστε η αναγκαιότητά της να γίνει αντιληπτή από όλη την κοινωνία. Ο ρόλος των φαρμακοποιών στον εμβολιασμό ενηλίκων Οι φαρμακοποιοί, με εφαλτήριο το αντιγριπικό εμβολιασμό τον οποίο διανεργούν εδώ και τρία χρόνια, ακόμα και χωρίς ιατρική συνταγή, για το σύνολο του ενήλικου πληθυσμού, έχουν συμβάλει σημαντικά στην πρόληψη και την προστασία της δημόσιας υγείας, ανέφερε κατά την έναρξη της ομιλίας του ο Γενικός Γραμματέας του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου κ. Εμμανουήλ Κατσαράκης. Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα πιο πλούσια προγράμματα εμβολιασμού, απαιτείται ωστόσο μεγαλύτερη προσπάθεια ώστε να έχουμε καλύτερα ποσοστά ανταπόκρισης. Εντούτοις, παρατηρείται μια κόπωση, η οποία σχετίζεται με τη διστακτικότητα, την αμφιβολία, την αμφισβήτηση, ακόμα και με την αναβλητικότητα μέρους του πληθυσμού να εμβολιασθεί. Ο φαρμακοποιός μπορεί, με τεκμηριωμένο τρόπο, να ενισχύσει τον εμβολιασμό ενηλίκων και να υποστηρίξει τις πολιτικές υγείας. Το δίκτυο των φαρμακείων της Ελλάδας είναι αρκετά πυκνό, καθώς υπάρχουν 10.750 φαρμακεία, που είναι ορθά κατανεμημένα ανά την επικράτεια και μπορούν να συμβάλουν πολύπλευρα σε στρατηγικές και δράσεις για τη δημόσια υγεία. Το δίκτυο αυτό αποτελεί ένα σημαντικό πλεονέκτημα για τη χώρα μας, καθώς το φαρμακείο είναι συχνά η πιο συχνή και εύκολα προσβάσιμη επαφή με το σύστημα υγείας για τον ενήλικο πληθυσμό, καθιστώντας το ιδανικό περιβάλλον για ενημέρωση και υλοποίηση εμβολιασμού. Πλέον, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από τα εμβόλια ενηλίκων γίνεται με ταυτοποίηση με το ΑΜΚΑ του ασφαλισμένου στο φαρμακείο, κάτι το οποίο έχει αυξήσει κατακόρυφα την εμβολιαστική κάλυψη, αν και δεν έχουν επιτευχθεί ακόμη τα επιθυμητά επίπεδα κάλυψης 70-75% σε όλες τις ομάδες κινδύνου. Για να υπάρξουν καλύτερα αποτελέσματα την επόμενη χρονιά, θα πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά, ανέφερε ο ομιλητής. Θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στους φαρμακοποιούς, οι οποίοι παράλληλα με τον αντιγριπικό εμβολιασμό διενεργούν και το σύνολο των εμβολίων για τους ενήλικες, να καταχωρούν στο Εθνικό Μητρώο τις πράξεις διενέργειας εμβολιασμού για όλα τα εμβόλια ενηλίκων και όχι μόνο για το αντιγριπικό. Δεν αρκεί να συνταγογραφείται ένα εμβόλιο, πρέπει και να καταχωρείται, εξήγησε, ώστε να μην χάνονται δεδομένα. Οι προτάσεις του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου, συνέχισε ο κ. Κατσαράκης, περιλαμβάνουν τη θεσμική κατοχύρωση του φαρμακείου ως σταθερού πυλώνα του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών Ενηλίκων, με σαφείς αρμοδιότητες, πρωτόκολλα συνεργασίας με τον προσωπικό ιατρό και τις δομές ΠΦΥ και υποχρεωτική καταγραφή όλων των εμβολιασμών, την ενσωμάτωση υπενθυμίσεων εμβολιασμού στα λογισμικά φαρμακείων, βάσει ηλικίας, χρονίων νοσημάτων και ιστορικού εμβολιασμού ώστε κάθε επίσκεψη στο φαρμακείο να γίνεται ευκαιρία πρόληψης, τη δημιουργία ενός εθνικού συστήματος δεικτών εμβολιασμού ενηλίκων ανά περιφέρεια και ομάδα κινδύνου, στο οποίο οι φαρμακοποιοί θα έχουν πρόσβαση, με στόχο να αξιοποιηθεί η υψηλή πυκνότητα των περίπου 100 φαρμακείων ανά 100.000 κατοίκους για στοχευμένες παρεμβάσεις σε κάθε γειτονιά, καθώς και την παροχή κινήτρων από τον ΕΟΠΥΥ προς τους επαγγελματίες υγείας για τις πράξεις του εμβολιασμού στο φαρμακείο. Το ζήτημα της διστακτικότητας και της αύξησης της αποδοχής των εμβολιασμών δεν είναι κάτι απλό, απαιτεί πολυεπίπεδη αντιμετώπιση, σχολίασε η κ. Παυλοπούλου. Χρειάζεται ενίσχυση και εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, καθώς και συστηματική προσπάθεια ενημέρωσης εκ μέρους της Πολιτείας για την αξία των εμβολιασμών. Η πολιτεία θα πρέπει επίσης να επενδύσει στην υγειονομική παιδεία του πληθυσμού της χώρας, να μαθαίνουν οι πολίτες από μικρή ηλικία, από το σχολείο, πώς να αξιολογούν σωστά τη διαδικτυακή πληροφορία.  

Τα εμβόλια ως κοινωνική υποδομή: Πολιτικές για τον εμβολιασμό και προοπτικές χρηματοδότησης

Βάσει της τελευταίας έκθεσης του ΟΟΣΑ, η χώρα μας κατέχει υψηλότερη θέση από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες στην εμβολιαστική κάλυψη του παιδικού πληθυσμού, ανέφερε προλογίζοντας τη συζήτηση ο συντονιστής της συνεδρίας κ. Κυριάκος Σουλιώτης. Παρά το άρτιο ωστόσο εμβολιαστικό πρόγραμμα και τον διακριτό προϋπολογισμό που διαθέτουμε για τον εμβολιασμό, ο οποίος αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου, οι προκλήσεις παραμένουν, καθώς στους ενήλικες η κατάσταση δεν είναι ίδια, ενώ επιπλέον η πανδημική κρίση προκάλεσε κλυδωνισμούς στην εμπιστοσύνη των πολιτών. Σύμφωνα με μία έρευνα, 30% των Ελλήνων δεν γνωρίζουν ότι το εμβολιαστικό πρόγραμμα περιλαμβάνει και εμβόλια για τον ενήλικο πληθυσμό και νομίζουν ότι ο εμβολιασμός αφορά μόνο τα παιδιά, ενώ επιπλέον, 30% των πολιτών δηλώνουν ότι δεν πιστεύουν ότι απειλούνται από κάποιο νόσημα το οποίο αντιμετωπίζεται με εμβόλιο. Κάποιοι συμπολίτες μας προφανώς αισθάνονται άτρωτοι, είπε ο κ. Σουλιώτης, δίνοντας τον λόγο στον Πρόεδρο του ΕΟΦ, κ. Σαπουνά. [gallery link="file" size="medium" ids="12510,12508,12507,12512,12509"] Η άποψη του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Η χώρα μας είχε πράγματι πάρα πολύ καλά ποσοστά στην κάλυψη του παιδιατρικού πληθυσμού, συμφώνησε ο κ. Σπύρος Σαπουνάς, παρά το γεγονός ότι αντικειμενικά υπάρχουν δυσκολίες, καθώς δεν υπάρχουν εθνικά και κρατικά κέντρα εμβολιασμού και ο εμβολιασμός βασίζεται σε ιδιώτες παιδιάτρους, γεγονός που ενισχύει ενδεχομένως τις κοινωνικές ανισότητες. Στη μετά-COVID εποχή, η δυσπιστία και η παραπληροφόρηση, αλλά και η καινοτομία που έφερε νέα εμβόλια τόσο για τον ενήλικο όσο και για τον παιδιατρικό πληθυσμό, δημιούργησαν νέες προκλήσεις στο πεδίο των εμβολιασμών, δεδομένων μάλιστα των περιορισμένων δημοσιονομικών της χώρας. Η εξίσωση φαίνεται να γίνεται όλο και πιο σύνθετη, υπογράμμισε ο ομιλητής, ωστόσο η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει αποδεδειγμένα πολύ μεγάλο κοινωνικό πρόσημο όσον αφορά τον εμβολιασμό και γι’ αυτό αυξάνεται ο προϋπολογισμός διαρκώς. Αν και ο προϋπολογισμός των εμβολίων είναι κλειστός, παρ’ όλα αυτά φαίνεται ότι καινοτόμα και καινούρια εμβόλια και προϊόντα ανοσοποίησης συμπεριλαμβάνονται πολλές φορές στους κλειστούς αυτούς προϋπολογισμούς των εμβολίων. Ο ρόλος του ΕΟΦ σε αυτό είναι φυσικά πολύ περιορισμένος, καθώς όλα αυτά τα προϊόντα είναι συνήθως κεντρικώς αδειοδοτούμενα. Αρμοδιότητα του ΕΟΦ είναι να διασφαλίζει πάντα το τρίπτυχο: «ασφάλεια, αποτελεσματικότητα και ποιότητα» στα φάρμακα και τα βιολογικά προϊόντα, καθώς και την επάρκεια. Ο Οργανισμός δεν συμμετέχει σε αποφάσεις αδειοδότησης εμβολίων, παρά μόνο μέσω εκπροσώπου στην Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμού, η οποία θα πρέπει να σημειωθεί πως έχει λάβει αρκετά γενναίες αποφάσεις τελευταία στην κατεύθυνση προαγωγής του εμβολιασμού και συμπερίληψης νέων εμβολίων στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού. Η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμού κάνει θαυμάσια δουλειά, συμφώνησε ο κ. Σουλιώτης, και γι’ αυτό έχουμε ένα από τα πληρέστερα προγράμματα στην Ευρώπη. Στον παρανομαστή κάθε συζήτησης γύρω από την υγεία -και όχι μόνο, σε όλες τις δημόσιες πολιτικές- πρέπει ασφαλώς να έχουμε πάντα τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας. Τηρουμένων ωστόσο των αναλογιών, η χώρα μας μπορεί να υπερηφανεύεται για το εμβολιαστικό της πρόγραμμα και για τα βήματα που έχει κάνει για την συμπερίληψη νέων προϊόντων ανοσοποίησης, με τη συμβολή όλων. Η οπτική της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης Τη σκυτάλη έλαβε η Πρόεδρος της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης Τιμών Φαρμάκων κ. Βασιλική-Κωνσταντίνα Γκογκοζώτου, αναφέροντας πως ο κλειστός προϋπολογισμός για τα εμβόλια έχει μια σημαντική ιδιαιτερότητα, καθώς δεν ορίζεται από την Επιτροπή Διαπραγμάτευσης, αλλά με υπουργική απόφαση. Τα τελευταία έτη, εξήγησε, το Υπουργείο ορίζει τον προϋπολογισμό, βλέποντας πάνω κάτω πού πηγαίνει η δαπάνη και προσπαθώντας να χρηματοδοτήσει το σύστημα ώστε να μην υπάρχει υπέρβαση, και η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης, χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων το ποσό του κλειστού προϋπολογισμού, καλείται να πάρει εκπτώσεις από τις εταιρείες, χωρίς να έχει εμβολιαστικούς στόχους, χωρίς να έχει συγκριτική αξιολόγηση, χωρίς να μπορεί να ορίσει τους πολίτες που θα εμβολιαστούν, βασιζόμενη μόνο σε στοιχεία παρελθοντικής χρήσης μέσω του συστήματος του ΕΟΠΥΥ. Το προηγούμενο έτος, η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης, λαμβάνοντας εντολή από τον Υπουργό για την επαναξιολόγηση και επαναδιαπραγμάτευση της κατηγορίας των εμβολίων, αποφάσισε να χωρίσει τα εμβόλια σε συγκεκριμένες κατηγορίες, τα κλασικά παιδιατρικά, τα αντιγριπικά και όλα τα υπόλοιπα, συμπεριλαμβανομένων των νέων εμβολίων. Παρατηρώντας πως την τελευταία πενταετία τα αντιγριπικά και τα κλασικά παιδιατρικά παραμένουν σταθεροί προϋπολογισμοί, η εισήγηση της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης, για την οποία αναμένεται η έκδοση απόφασης του Υπουργού, είναι να υπάρχουν επιμέρους κλειστοί προϋπολογισμοί μέσα στον κλειστό προϋπολογισμό των εμβολίων. Η εισήγηση δηλαδή της Επιτροπής, εξήγησε η κ. Γκογκοζώτου, είναι να προστατευθούν οι κατηγορίες, μέχρι ενός ποσού για τα κλασικά παιδιατρικά, μέχρι ενός ποσού για τα αντιγριπικά, και από εκεί και πέρα να ξεκινά η υπέρβαση για τη συγκεκριμένη κατηγορία, και τα υπόλοιπα σκευάσματα να μπουν στο τρίτο πακέτο δαπάνης. Όσον αφορά στη διαπραγμάτευση που έγινε με τις εταιρείες, σε περίπτωση που δεν υπάρχει υπέρβαση σε μία κατηγορία δεν θα ζητηθεί κάτι από τις εταιρείες, ενώ σε περίπτωση υπέρβασης θα κληθούν να δώσουν την έκπτωση και μετά θα υπολογιστεί η υπέρβαση με το μερίδιο αγοράς. Η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης, παρατήρησε η κ. Γκογκοζώτου, προσπαθεί με όποιον τρόπο έχει να κερδίσει την καλύτερη δυνατή έκπτωση για το κράτος ώστε να μειώσει τις υπερβάσεις που υπάρχουν. Όταν εγκρίνονται νέα προϊόντα σε μια αγορά, σχολίασε ο κ. Σουλιώτης, πρέπει να υπάρχει ένας μηχανισμός, ένα αμορτισέρ, που να απορροφά μέρος των κραδασμών που δημιουργούνται στο σύστημα. Η έγκριση νέων προϊόντων, φαρμάκων, χωρίς αύξηση της δαπάνης για την αποζημίωσή τους νομοτελειακά οδηγεί σε χρηματοδοτικό αδιέξοδο. Το πρόβλημα με τα εμβόλια είναι πως το όφελός τους, όσο τεκμηριωμένο και αν είναι επιστημονικά, δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό. Είναι πολύ πιο εύκολη η κάλυψη μιας δαπάνης για την αντιμετώπιση ενός συμπτώματος από την κάλυψη μιας δαπάνης για την αποφυγή ενός νοσήματος από το οποίο δεν πάσχεις. Η θέση της φαρμακοβιομηχανίας Απόλυτη πεποίθηση της GSK είναι πως το καλύτερο φάρμακο είναι η πρόληψη, υπογράμμισε η Διευθύνουσα Σύμβουλος της GSK Ελλάδος κ. Lizzie Champion. Οι αναπτυγμένες χώρες έχουν αξιοσημείωτα καλές επιδόσεις όσον αφορά στους παιδιατρικούς εμβολιασμούς, αλλά και παγκοσμίως πάνω από 85% των παιδιών έχουν λάβει τρεις δόσεις του DTP, του συνδυαστικού εμβολίου για την πρόληψη της διφθερίτιδας, του τετάνου και του κοκκύτη. Σήμερα, παρά την ύπαρξη εμβολίων που προσφέρουν προστασία έναντι 25 προλαμβανόμενων λοιμωδών νοσημάτων, όπως τα εμβόλια της γρίπης, του πνευμονιόκοκκου, της COVID, του RSV, δυστυχώς τα νοσήματα αυτά εξακολουθούν να κυκλοφορούν στις κοινότητες, όπως διαπιστώνεται από τις εισαγωγές στα νοσοκομεία, στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες. Ο εμβολιασμός ενηλίκων, σύμφωνα με οικονομικά δεδομένα, αποτελεί ωστόσο ουσιαστικά μια πολύ σημαντική επένδυση και όχι απλά κόστος. Στην πραγματικότητα, ο εμβολιασμός ενηλίκων επιστρέφει κατά μέσο όρο στην κοινωνία περίπου 19 φορές το κόστος του, επομένως θα πρέπει να δοθεί μεγάλη έμφαση στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης και αυτού του πληθυσμού. Η Ελλάδα, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, είναι πολύ μπροστά στο θέμα των εμβολιασμών, καθώς έχει θέσει την πρόληψη και τον εμβολιασμό στο επίκεντρο της πολιτικής υγείας, είναι από τις χώρες που προσφέρουν ταχύτερη πρόσβαση του πληθυσμού σε εμβόλια και διαθέτει ξεχωριστό προϋπολογισμό για τον εμβολιασμό του πληθυσμού. Ασφαλώς, η ανάπτυξη και η κυκλοφορία νέων καινοτόμων εμβολίων δημιουργεί νέες προκλήσεις για τα οικονομικά της υγείας, καθώς ο προϋπολογισμός αυτός θα πρέπει να επαναξιολογηθεί, ωστόσο η συνέχιση της επένδυσης στην ανοσολογική προστασία του πληθυσμού αποφέρει πολλαπλασιαστικά οφέλη στη δημόσια υγεία, κατέληξε η ομιλήτρια. Η οπτική των ασθενών Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν πολύ καλά τη σημασία του εμβολιασμού, τόσο σε κοινωνικό επίπεδο, όσο και σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο δημόσιας υγείας, ανέφερε η Πρόεδρος της Ένωσης Ασθενών Ελλάδας κ. Βασιλική-Ραφαέλα Βακουφτσή, δυστυχώς κυρίως μετά την πανδημία αναπτύχθηκε μια αμφισβήτηση και μια διστακτικότητα σε ένα μέρος του πληθυσμού, ενώ επιπλέον υπάρχει πολύς κόσμος που γνωρίζει ελάχιστα για τον εμβολιασμό των ενηλίκων. Το πρόγραμμα εμβολιασμού που έχει η Ελλάδα είναι από τα πληρέστερα, όχι μόνο σε επίπεδο Ευρώπης, αλλά παγκοσμίως, είναι απαραίτητο ωστόσο να έχει και την απήχηση που χρειάζεται από τους πολίτες, πόσο μάλλον τους ασθενείς, τους ευάλωτους πληθυσμούς, τους χρόνιους ασθενείς, τους ανοσοκατεσταλμένους, οι οποίοι εάν δεν είναι επαρκώς εμβολιασμένοι κινδυνεύουν περισσότερο. Η Ένωση Ασθενών Ελλάδας προσπαθεί μέσω της ενημέρωσης και της ευαισθητοποίησης να αναδείξει την αξία των εμβολίων, να αποκτήσει ο κόσμος ξανά εμπιστοσύνη στα εμβόλια, να αυξήσει την εγγραμματοσύνη υγείας, να εξηγήσει και λύσει όλες τις απορίες, φτάνοντας παντού, γιατί γενικότερα στην υγεία υπάρχουν γεωγραφικές ανισότητες στη χώρα μας. Οι Συλλόγοι Ασθενών και οι επαγγελματίες υγείας, οι γιατροί, αλλά και οι φαρμακοποιοί θα πρέπει να αξιοποιηθούν ως κόμβοι πληροφόρησης, καθώς η σχέση που έχουν με τους πολίτες τούς κάνουν να τους εμπιστεύονται περισσότερο. Είναι τελείως παράλογο όταν η επιστήμη μας βοηθάει να προλαμβάνουμε νοσήματα, να το αγνοούμε ή να διστάζουμε να προστατευτούμε, υπογράμμισε η ομιλήτρια. Η Ένωση Ασθενών Ελλάδας, ολοκλήρωσε την τοποθέτησή της η κ. Βακουφτσή, πιστεύει ότι η συνέργεια και η συνεργασία μεταξύ όλων των εμπλεκομένων μπορεί να βελτιώσει τα αποτελέσματα, να αυξήσει την εμβολιαστική κάλυψη, να οδηγήσει ακόμη και σε καλύτερα κοινωνικά αποτελέσματα, γιατί ο εμβολιασμός είναι πραγματικά μία επένδυση στο κοινωνικό σύνολο. Ο ρόλος της Επιτροπής Αξιολόγησης Στο κομμάτι της Αξιολόγησης, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε μια μετάβαση, καθώς τόσο σε εσωτερικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει περάσει από την περίοδο των πολιτικών στην περίοδο της νομοθετικής ρύθμισης, επισήμανε η εκπρόσωπος της Επιτροπής Αξιολόγησης και Αποζημίωσης Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης κ. Δήμητρα Λίγγρη. Στη χώρα μας, μόνο η αξιολόγηση των φαρμάκων ρυθμίζεται σήμερα νομοθετικά, ενώ στα εμβόλια, σύμφωνα με τον νόμο, εφαρμόζεται συνοπτική αξιολόγηση. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνέχισε η κ. Λίγγρη, έχουμε κανονισμό και έχουμε και εκτελεστικούς κανονισμούς. Το γεγονός ότι έχουμε κανονισμούς και όχι οδηγίες σημαίνει ότι έχουμε νομικά εργαλεία με άμεση ισχύ εντός της χώρας μας. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός φαίνεται ότι αντιλαμβάνεται την ιδιαιτερότητα των εμβολίων και αναφέρει ευθέως και στο προοίμιό του και στο άρθρο 43 ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τις ιδιαιτερότητες που έχουν τα εμβόλια και τα κανάλια δεδομένων των εμβολίων. Ήδη τον Σεπτέμβριο 2025, δήλωσε η ομιλήτρια, έγινε μία συνάντηση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τη συμμετοχή του ΠΟΥ και της Vaccines Europe, στην οποία αναφέρθηκε ότι υπάρχουν τα εθνικά σημεία εμβολιασμού, τα NITAGs του ΠΟΥ, τα οποία λειτουργούν και, ενώ δεν αναφέρονται ρητά στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό, παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να υπάρχει μέριμνα ώστε να διασυνδεθούν και ενδεχομένως να εκμεταλλευτούμε και τους κλινικούς εμπειρογνώμονες των Εθνικών Επιτροπών, για να μπορέσουν να μπουν στο pool των experts των αξιολογήσεων. Τα εμβόλια θα ξεκινήσουν να αξιολογούνται ευρωπαϊκά από το 2030, αλλά ήδη από τον επόμενο χρόνο θα ξεκινήσουν οι κοινές ευρωπαϊκές διαβουλεύσεις στο ζήτημα αυτό, επομένως χρειάζονται και οι κλινικοί εμπειρογνώμονες και οι ασθενείς και βέβαια και η βιομηχανία, η οποία, σύμφωνα με τον Κανονισμό, είναι παρούσα στη διαβούλευση. Καθώς το Υπουργείο αναγνωρίζει την ανάγκη για εναρμόνιση και μάλιστα σε διαρκές πλαίσιο, επισήμανε η ομιλήτρια, έχει ήδη θεσμοθετήσει μία επιτροπή η οποία επιβλέπει την εναρμόνιση. Ασφαλώς, πρόκειται για μια σύνθετη διαδικασία, καθώς όταν καλείται ένα συγκεκριμένο κράτος να εφαρμόσει ενωσιακά κείμενα, δεν ξεκινάει εκ του μηδενός. Υπάρχουν θεσμοί, υπάρχουν εμπειρογνώμονες, χρειάζεται να συνεργαστούν και να μιλήσουν την ίδια γλώσσα άνθρωποι από πολλές επιστήμες και να καταλήξουν σε κάτι λειτουργικό και χρήσιμο για τους ασθενείς και την αγορά. Η επιτυχία της εναρμόνισης είναι να καταφέρουμε να αξιοποιήσουμε ό,τι καλύτερο υπάρχει και να το εξελίξουμε. Ειδικά η Επιτροπή Εμβολιασμού έχει πολύ σημαντικό έργο και είναι μια ευκαιρία να αξιοποιηθεί το έργο αυτό, ανέφερε η κ. Λίγγρη, επισημαίνοντας πως αυτή τη στιγμή υπάρχει διασύνδεση της Επιτροπής Εμβολιασμού με την Επιτροπή Αξιολόγησης, η οποία αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω στο άμεσο μέλλον. Συζήτηση Υπάρχουν θεσμοί στο κράτος που έχουν πολύ σημαντικό ρόλο, χρειάζεται ωστόσο να γίνει κάποια στιγμή ένα θεσμικό «νοικοκύρεμα», να δούμε τους ρόλους και να απλοποιήσουμε κάποιες διαδικασίες, ανέφερε ο κ. Σουλιώτης, ρωτώντας στη συνέχεια την κ. Βακουφτσή ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος των ίδιων των ασθενών στην επίτευξη των εμβολιαστικών στόχων, στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης και στην κάμψη των επιφυλάξεων που έχουν προκληθεί από τις ατεκμηρίωτες απόψεις που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο. Πάγιο αίτημα της Ένωσης Ασθενών Ελλάδος είναι να συμμετέχει κάποιος εκπρόσωπος της Ένωσης σε όλες τις σχετικές επιτροπές ώστε να υπάρχει και η φωνή του ασθενή σε θεσμικό επίπεδο, ανέφερε η κ. Βακουφτσή. Κάτι τέτοιο, εξήγησε, αφενός είναι πολύ βασικό για τη μετέπειτα σχεδίαση και χάραξη πολιτικής, αφετέρου μπορεί να μειώσει τις επιφυλάξεις και να αυξήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών και των ασθενών. Επιπλέον, είναι ανάγκη να εστιάσουμε στην αύξηση της εγγραμματοσύνης υγείας του πληθυσμού, η οποία εκτιμάται πως θα αυξήσει έμμεσα και τα ποσοστά εμβολιασμού, και φυσικά όλοι οι θεσμικοί φορείς θα πρέπει να συνεργαστούν και να ενώσουν τις δυνάμεις τους ώστε να μπορέσουν να επιτύχουν τον επιθυμητό στόχο. Τέλος, για να είναι πραγματικά επιτυχημένο το εμβολιαστικό μας πρόγραμμα της χώρας μας, θα πρέπει όλοι οι πολίτες, ανεξαιρέτως, να έχουν ισότιμη πρόσβαση στον εμβολιασμό. Η GSK μιλάει συχνά για την ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής γύρω από τα εμβόλια, είπε ο κ. Σουλιώτης, απευθυνόμενος στην κ. Champion και ρωτώντας την ποιες πιστεύει πως θα πρέπει να είναι οι προτεραιότητες μιας στρατηγικής για τον εμβολιασμό για την Ελλάδα. Πρώτον, η χρηματοδότηση, απάντησε η κ. Champion, δεύτερον, να δοθεί μεγάλη έμφαση στην ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του πληθυσμού ώστε να καταλάβουν όλοι πως ο εμβολιασμός είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα για την προστασία της υγείας τους και, τέλος, να δημιουργηθούν οι υποδομές για εύκολη και ισότιμη πρόσβαση όλων στα εμβόλια. Σαφώς, υπάρχει ένα πρόβλημα με τις ατεκμηρίωτες επιστημονικά πεποιθήσεις που κυκλοφορούν και το γεγονός πως έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη μέρους του πληθυσμού στα εμβόλια, η Ελλάδα διαθέτει ωστόσο ένα τεράστιο δίκτυο φαρμακείων, που μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά στην αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού με την παροχή τεκμηριωμένης πληροφόρησης. Στη συνέχεια, ο συντονιστής της συνεδρίας ρώτησε την κ. Γκογκοζώτου εάν η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης έχει κάποια ενημέρωση σχετικά με τους εμβολιαστικούς στόχους που πρέπει να επιτευχθούν στη χώρα κατά τη διαπραγμάτευσή της με τις εταιρείες και ποιος είναι ο ρόλος της στη λήψη της απόφασης για τον προϋπολογισμό. Δυστυχώς, η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης δεν έχει κάποια ενημέρωση σχετικά με τον αριθμό των ατόμων που θέλουμε να εμβολιάσουμε και αυτό είναι ένα πρόβλημα, απάντησε η κ. Γκογκοζώτου. Σήμερα, ωστόσο, επιχειρείται να γίνει μια αναδιαμόρφωση, καθώς υπάρχει μία πρόταση για να αλλάξει λίγο η διαδικασία αξιολόγησης, ειδικά των νέων εμβολίων. Σύμφωνα με το καινούργιο σχήμα που συζητείται, τα εμβόλια θα περνάνε πρώτα από την Επιτροπή Εμβολιασμού, η οποία θα ορίζει και τον πληθυσμό-στόχο, και αν τελικά πρόκειται το εμβόλιο να ενταχθεί στο πρόγραμμα εμβολιασμού, τότε θα πηγαίνει στην ΕΑΦΑΧ και η ΕΑΦΑΧ θα μπαίνει στη διαδικασία να το αξιολογήσει. Κατόπιν αυτών, στην Επιτροπή Διαπραγμάτευσης θα φτάνει μία εισήγηση που θα αναφέρει τον εμβολιαστικό στόχο, ώστε να ξεκινήσει η διαπραγμάτευση με τις εταιρείες. Όσον αφορά στον προϋπολογισμό, συνέχισε η κ. Γκογκοζώτου, η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης θα έπρεπε να κάνει μία εισήγηση στο Υπουργείο και στη συνέχεια να βγαίνει ο προϋπολογισμός με υπουργική απόφαση. Επιπλέον, τα αποτελέσματα των εμβολιασμών θα πρέπει να αποτυπώνονται, θα πρέπει να δούμε τι επιτυχάνεται με την επένδυση στην πρόληψη σε σχέση με τη μείωση της φαρμακευτικής και νοσηλευτικής δαπάνης ή γενικότερα της δαπάνης υγείας. Δυστυχώς, από την εποχή των μνημονίων, έχουμε παγιδευθεί σε μια λογική «σαλαμοποίησης» της δαπάνης και ο καθένας μιλάει τυπικά για το κομμάτι δαπάνης που του αναλογεί, παρατήρησε ο κ. Σουλιώτης. Δεν σκέφτεται κανείς τη συνολική δαπάνη, ωστόσο η δεξαμενή μας είναι μία, οι φόροι και οι εισφορές μας. Αν λοιπόν εκεί έχουμε μεσοπρόθεσμα, ούτε καν μακροπρόθεσμα, όφελος, αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη. Το μεγάλο ζητούμενο ωστόσο σήμερα είναι να πείσουμε τον κόσμο να εμβολιαστεί, τόνισε ο κ. Σουλιώτης, επισημαίνοντας την ανάγκη για οργανωμένες καμπάνιες σε εθνικό, κεντρικό και τοπικό επίπεδο με τη συμβολή όλων για μια εκτεταμένη επίθεση υπέρ της πρόληψης και του εμβολιασμού. Δηλώνοντας αρχικά την πρόθεση του ΕΟΦ να ενταχθεί και να συνδράμει στη σημαντική πρωτοβουλία του ΕΟΔΥ για τη δημιουργία ενός γραφείου για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και των Fake News, ο κ. Σαπουνάς ανέφερε πως τα φαρμακεία μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού, επισημαίνοντας στη συνέχεια πως κάθε συζήτηση για τον εμβολιασμό πρέπει να συμπεριλαμβάνει πάντα τους πρόσφυγες, τους μετανάστες και τους Ρομά. Στην προσπάθεια να πείσουμε τον κόσμο για το όφελος και την αναγκαιότητα του εμβολιασμού, δεν περισσεύει κανείς, δήλωσε ευχαριστώντας το panel και ολοκληρώνοντας τις εργασίες της συνεδρίας ο κ. Σουλιώτης. Η χώρα μας διαθέτει ένα τεράστιο δίκτυο με περίπου 60.000 σημεία παροχής ιατρικών υπηρεσιών και 11.000 σημεία παροχής φαρμάκων. Πρέπει να το αξιοποιήσουμε για να κάμψουμε τις αντιστάσεις και να πείσουμε για το προφανές, ότι δηλαδή ο εμβολιασμός είναι στον πυρήνα των δράσεων για τη δημόσια υγεία.

Read More
23 Δεκ

Συνεργασία δημόσιου – ιδιωτικού τομέα: η μετεξέλιξη της συγχρηματοδότησης από τις υποδομές στη φροντίδα – Σ.Τ.

  • Esdy
  • 0 Comment

Η συζήτηση για τη χρηματοδότηση της υγείας έχει αλλάξει ριζικά. Τα οικονομικά της υγείας ήταν ανέκαθεν και ασφαλώς παραμένουν πάντα στο επίκεντρο, ανέφερε η συντονίστρια της συζήτησης δημοσιογράφος, κ. Ευγενία Τζώρτζη, με τη διαφορά ότι πλέον το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από το ποιος πληρώνει στο πώς κατανέμεται η ευθύνη, πώς συνεργάζονται -αν συνεργάζονται- δημόσιος και ιδιωτικός φορέας και, κυρίως, πώς μπορούμε να διασφαλίσουμε βιώσιμη, δίκαιη και ποιοτική κάλυψη για όλους.

  [gallery columns="6" link="file" ids="12484,12486,12488,12485,12490,12489"]   Τα υγειονομικά συστήματα δεν έχουν διαχρονικές αξίες, καθώς το πλαίσιο οργάνωσης των συστημάτων υγείας καθορίζεται από τις εκάστοτε κοινωνικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές, τεχνολογικές και κυρίως επιδημιολογικές συνθήκες κάθε ιστορικής περίοδου, ανέφερε ο κ. Χρήστος Δερβένης, Διευθυντής του Τμήματος Χειρουργικής Ογκολογίας και Χειρουργικής Ήπατος-Χοληφόρων-Παγκρέατος στο Νοσοκομείο Metropolitan. Οι στρατηγικές συνεργασίες αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο των πολιτικών στην εποχή μας, καθώς τα συστήματα υγείας ανήκουν στα λεγόμενα πολύπλοκα συστήματα, που απαιτούν συνέργειες μεταξύ των διαφόρων υποσυστημάτων, συλλογικές συμπεριφορές, ανατροφοδότηση, συνεχείς αλλαγές και προσαρμογές. Οι συνεργασίες ανάμεσα σε διαφορετικούς φορείς που σχετίζονται με την υγεία, όπως δημόσια νοσοκομεία, ιδιωτικούς παρόχους, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, ΜΚΟ, διεθνείς οργανισμούς και φυσικά τις ίδιες τις κοινότητες, τόνισε ο Καθηγητής, έχουν ως στόχο όχι μόνο την ανταλλαγή απόψεων, αλλά και τη δημιουργία κοινών λύσεων σε προβλήματα που κανένας οργανισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνος του. Το σύγχρονο περιβάλλον υγείας χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα, χρόνια νοσήματα, γήρανση του πληθυσμού, ανάγκες πρόληψης, τεχνολογικές απαιτήσεις, που απαιτούν όλα συντονισμό, και αυτές οι συνεργασίες λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ των διαφόρων κλάδων, επιτρέποντας καλύτερη αξιοποίηση των πόρων, ταχύτερη διάδοση της καινοτομίας, κοινή ανάπτυξη πρωτοκόλλων και κατευθυντήριων οδηγιών και ολιστική αντιμετώπιση των αναγκών των ασθενών. Τα προσδοκώμενα οφέλη είναι προφανή -βελτίωση των υπηρεσιών υγείας, μείωση των ανισοτήτων, επιτάχυνση της καινοτομίας, ενίσχυση της ανθεκτικότητας- ωστόσο οι συνεργασίες αυτές δεν είναι απλές. Χρειάζονται καθοδήγηση και να ενταχθούν στον συνολικό σχεδιασμό ενός προγράμματος για την ουσιαστική μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας. Τα επόμενα χρόνια, παρατήρησε ο κ. Δερβένης, οι συνεργασίες στον χώρο της υγείας θα γίνουν ακόμα πιο σημαντικές. Η ψηφιακή υγεία, η ανάλυση μεγάλων δεδομένων, η τεχνητή νοημοσύνη και η γονιδιωματική ιατρική απαιτούν γνώση από πολλές επιστήμες. Οι στρατηγικές συνεργασίες δεν είναι απλώς ένα μοντέλο συνεργασίας, είναι ένας νέος τρόπος σκέψης, καθώς μας καλούν να δούμε την υγεία ως απομονωμένη υπηρεσία, αλλά και ως αποτέλεσμα μιας συλλογικής προσπάθειας. Τα υβριδικά μοντέλα φροντίδας (hybrid care models) αποτελούν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς αυτές οι συνεργασίες μπορούν να μεταμορφώσουν τα συστήματα υγείας. Πρόκειται για μοντέλα φροντίδας που συνδυάζουν τη διά ζώσης κλινική παρακολούθηση, την τηλεϊατρική, τον απομακρυσμένο έλεγχο των ασθενών και των υγιών πολιτών και απαιτούν ψηφιακές πλατφόρμες επικοινωνίας και υπηρεσίες φροντίδας στην κοινότητα. Ο συνδυασμός των στρατηγικών συνεργασιών και των υβριδικών μοντέλων δεν είναι μόνο τεχνολογικός, είναι οργανωτικός και συστημικός και μπορεί να υπάρχει μόνο όταν υπάρχουν ισχυρές συνεργασίες. Τα οφέλη αυτής της σύζευξης είναι η βελτίωση της πρόσβασης, η εξατομίκευση της φροντίδας, η μείωση του κόστους και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας, υπάρχουν ωστόσο και προκλήσεις, που αφορούν τη διαλειτουργικότητα, την κυβερνοασφάλεια, την ισότητα στην ψηφιακή πρόσβαση, αλλά και την ανάγκη για μια κουλτούρα συνεργασίας. Κάτι που είναι πολύ σημαντικό και βρίσκεται στον πυρήνα κάθε συστήματος είναι η βιωσιμότητα της κάλυψης, ζήτημα στο οποίο η χώρα μας σήμερα αντιμετωπίζει τεράστιο πρόβλημα. Ένα σύστημα υγείας πρέπει να παρέχει σταθερή καθολική κάλυψη, να διατηρεί οικονομικά ανεκτούς μηχανισμούς χρηματοδότησης και να προσαρμόζεται στις εξελισσόμενες ανάγκες του πληθυσμού, ώστε να διασφαλίζει ότι οι πολίτες θα συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας, χωρίς οικονομικά εμπόδια, σήμερα, αλλά και στο μέλλον. Οι βασικές προκλήσεις που αντιμετετωπίζουν σήμερα τα συστήματα υγείας είναι τέσσερις: η δημογραφική γήρανση, η αύξηση του κόστους της τεχνολογίας υγείας και των θεραπείων, οι ανισότητες της πρόσβασης και η αναποτελεσματικότητα και ο κατακερματισμός του συστήματος, επισήμανε ο ομιλητής. Για να έχουμε ένα σύστημα το οποίο θα κοιτάει στο μέλλον, δεν πρέπει να στηριχθούμε μόνο στη μείωση του κόστους -που σαφώς αποτελεί ένα πρόβλημα ειδικά στη χώρα μας- αλλά κυρίως στη διαφορετική κατανομή του κόστους, ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του ο Καθηγητής. Χρειαζόμαστε συστήματα υγείας που να βασίζονται στην πρόληψη και όχι μόνο στη θεραπεία, στην ενσωμάτωση ψηφιακών λύσεων που εξοικονομούν πόρους, σε οργανωμένες τεκμηριωμένες πολιτικές που να προκύπτουν από δεδομένα. Και αυτή είναι μια δέσμευση που πρέπει να οικοδομήσουμε σήμερα με αποφασιστικότητα και στρατηγική. Παλαιότερα, η αναφορά και μόνο σε μια συνεργασία δημόσιου-ιδιωτικού τομέα στον χώρο της υγείας προκαλούσε πολλές αντιδράσεις, καθώς χαρακτηριζόταν αυτομάτως ως απόπειρα ιδιωτικοποίησης του συστήματος υγείας, παρατήρησε ο κ. Βασίλης Κοντοζαμάνης, πρώην Αναπληρωτής Υπουργός Υγείας & Μέλος Δ.Σ. της Delsona Therapeutics. Πλέον είναι όλοι -ή σχεδόν όλοι- υπέρ αυτών των συμπράξεων και συνεργασίων, καθώς έχει γίνει αντιληπτό πως πρόκειται για χρηματοδοτικά μοντέλα και δεν έχουν καμία σχέση με τον χαρακτήρα του συστήματος υγείας. Με το πέρασμα του χρόνου, σιγά-σιγά όλοι αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα που επιβάλλει τη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, σε ένα σχήμα όπου ο δημόσιος τομέας είναι ο ρυθμιστής και ο εγγυητής μιας τέτοιας συνεργασίας και ο ιδιωτικός τομέας έρχεται να δώσει την καινοτομία και την αποτελεσματικότητα. Οι συνθήκες σήμερα, οι ανάγκες, η γήρανση του πληθυσμού, οι περιορισμένοι πόροι και οι ανισότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν στο σύστημα υγείας οδηγούν τη χώρα μας προς τέτοιες συνεργασίες. Η αύξηση των δαπανών υγείας καταδεικνύει ουσιαστικά τον δημόσιο χαρακτήρα του συστήματος υγείας -που κανείς δεν αμφισβητεί- το ζήτημα όμως είναι πως σήμερα ουσιαστικά δεν είναι αποδοτική η χρήση των πόρων. Τα συνεργατικά μοντέλα θα μπορέσουν να δώσουν λύση σε αυτά τα προβλήματα, ανέφερε ο κ. Κοντοζαμάνης, φέρνοντας ως παράδειγμα τις ψηφιακές υπηρεσίες υγείας, η χρήση των οποίων καθιστά εφικτή την παρακολούθηση ασθενών σε απομακρυσμένες περιοχές της χώρας. Τέτοια μοντέλα λειτουργούν στο εξωτερικό με εντυπωσιακά αποτελέσματα, εξήγησε ο ομιλητής, επομένως, η χώρα μας δεν χρειάζεται να ανακαλύψει τον τροχό, αρκεί να προσαρμόσει τις καλές πρακτικές άλλων χωρών στο σύστημά της. Στο εξωτερικό υπάρχουν σήμερα ακόμη και υβριδικά μοντέλα κλινικών μελέτων και απομακρυσμένα μοντέλα, όπου κάποιος ασθενής μπορεί να λαμβάνει μέρος σε μια κλινική μελέτη ενώ βρίσκεται σε άλλη χώρα ή τοποθεσία. Σήμερα, ζούμε στην εποχή των δεδομένων, συνέχισε ο κ. Κοντοζαμάνης, στην Ελλάδα λείπει ωστόσο η ανάλυση των δεδομένων, ώστε να δούμε τι χρειαζόμαστε σε κάθε περιοχή και πώς μπορούμε να βελτιώσουμε τις υπηρεσίες υγείας. Η προγνωστική μοντελοποίηση αποτελεί μια ιδιαίτερα χρήσιμη μέθοδο προκειμένου να διαπιστώσουμε τις ανάγκες του πληθυσμού. Δεν μπορεί να λέμε γενικά ότι αυξάνεται η φαρμακευτική δαπάνη, ανέφερε ως παράδειγμα, πρέπει να δούμε πού και γιατί αυξάνεται σε επίπεδο θεραπευτικής κατηγορίας και να δώσουμε λύσεις. Οι τεχνολογικές εξελίξεις, η εξατομικευμένη ιατρική, η ιατρική ακριβείας, η γονιδιωματική ιατρική μάς παρέχουν τη δυνατότητα να χαράσσουμε πολιτικές υγείας με αποτελεσματική κατανομή των διαθέσιμων πόρων. Στην πρωτοβάθμια φροντίδας υγείας, υπάρχουν σήμερα μοντέλα σύμπραξης με τον ιδιωτικό τομέα στο κομμάτι της διαχείρισης ασθενών, όπου η αποζημίωση γίνεται με βάση το αποτέλεσμα, δηλαδή αν πάει καλύτερα ο ασθενής, παρατήρησε ο ομιλητής. Οι συνεργασίες δημοσίου και ιδιωτικού τομέα είναι απαραίτητες στην εποχή μας, συνέχισε, φέρνοντας ως παράδειγμα την ανάγκη συνεργασίας του δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα στον χώρο της αποκατάστασης, τον οποίο στην Ελλάδα ουσιαστικά μονοπωλεί ο ιδιωτικός κυρίως τομέας. Προφανώς, επισήμανε ο κ. Κοντοζαμάνης, τέτοιες συνεργασίες υπάρχουν ήδη, καθώς ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. έχει συμβάσεις με ιδιώτες παρόχους, με κλινικές, με διαγνωστικά κέντρα προκειμένου να παρέχει υπηρεσίες υγείας. Το σύστημα, μέσω αυτών των συνεργασιών βελτιώνει την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας που παρέχει, χωρίς αυτό να το καθιστά ιδιωτικοποιημένο. Όλα τα χρόνια, η γενική αντίληψη που κυριαρχούσε για τις συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα στον χώρο της υγείας ήταν πως αφορούσε την ανάθεση σε έναν ιδιώτη να φτιάξει ένα κτίριο, ένα νοσοκομείο ή ένα κέντρο υγείας, τόνισε ο ομιλητής, η συνεργασία ωστόσο δεν αφορά μόνο τις υποδομές, αλλά και την παρεχόμενη φροντίδα. Τέτοιες υπηρεσίες χρειαζόμαστε, κατέληξε, φέρνοντας ως παράδειγμα την ανάπτυξη κέντρων διαχείρισης αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων ανά την Ελλάδα προκειμένου να γίνεται καλύτερη διαχείριση των ασθενών, που πλέον έχει αρχίσει να υλοποιείται σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, με ρυθμιστή το Υπουργείο Υγείας. Η υγεία είναι ένας τομέας όπου πρέπει να υπάρχει κάποια διακομματική σύγκλιση, αλλιώς ο ιδιωτικός τομέας θα είναι έρμαιο των πολιτικών αλλαγών, ξεκίνησε την τοποθέτησή του ο κ. Γιάννης Καντώρος, Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου Interamerican. Κανείς, ωστόσο, δεν θα διαθέσει χρήματα αν φοβάται πως μετά από κάποια χρόνια μπορεί το καράβι να αλλάξει πορεία και μια επένδυση πολλών εκατομμυρίων να πάει χαμένη, υπογράμμισε. Επομένως, οι πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει να συμφωνήσουν σε ένα μοντέλο κοινώς αποδεκτό γιατί το ζήτημα είναι υπαρκτό και προφανώς, ανεξάρτητα από πολιτικές πεποιθήσεις, όλοι πιστεύουν ότι κάθε Έλληνας πρέπει να έχει πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας. Το ζητούμενο είναι με ποιον τρόπο θα γίνει αυτό, παρατήρησε. Εφόσον συμφωνηθεί αυτός ο τρόπος, είναι βέβαιο πως ο ιδιωτικός τομέας θα συμμετέχει με πολύ μεγαλύτερο ζήλο και κινητοποιώντας πολλούς περισσότερους πόρους συγκριτικά με το παρελθόν, που υπήρχαν επιφυλάξεις λόγω της αβεβαιότητας που επικρατούσε. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι υπάρχει το ΕΣΥ, που είναι ο κορμός, και μια ιδιωτική αγορά ασφαλιστικών προγραμμάτων υγείας και αυτοί οι δύο κόσμοι πηγαίνουν παράλληλα, χωρίς να τέμνονται, με αποτέλεσμα κάποιοι άνθρωποι να πληρώνουν διπλά για την ίδια κάλυψη. Αυτό το πρόβλημα θα πρέπει να λυθεί κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τον ριζικό ανασχεδιασμό του συστήματος. Δεν είναι λογικό στην εποχή μας να έχουμε δύο παράλληλα συστήματα και καμία λογική μελέτη για το πώς αυτά θα μπορούσαν να συγκλίνουν, έτσι ώστε να μπορούν να εξοικονομηθούν πόροι και από τους δύο χώρους για να διευκολυνθεί η πρόσβαση των Ελλήνων σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας. Πρέπει να γίνει, λοιπόν, ένας ριζικός ανασχεδιασμός, ώστε τα δύο αυτά συστήματα να έχουν κοινή γλώσσα και κοινούς θεσμούς, να έχουμε δηλαδή ένα ενιαίο σύστημα. Από εκεί και πέρα, οι αλλαγές είναι πολλές, καθώς ένα μεγάλο μέρος της φροντίδας φεύγει πλέον από τα νοσοκομεία και μεταφέρεται μέσα από την τεχνολογία στα σπίτια. Υπάρχουν πρόσφατα παραδείγματα που δείχνουν πως αυτός ο συνδυασμός τεχνολογίας και πολύ χαμηλότερου κόστους παρέχει τη δυνατότητα διαχείρισης των σημαντικότερων νοσημάτων με μείωση του κόστους κατά περίπου 30-40% και, σε συνδυασμό προφανώς με παρεμβάσεις αλλαγής της συμπεριφοράς των ασθενών, οδηγεί στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η αλλαγή της συμπεριφοράς προφανώς ξεκινάει στο σπίτι και σήμερα διαθέτουμε μηχανισμούς και τεχνογνωσία στο πώς σιγά-σιγά μπορούμε να οδηγήσουμε μεγάλες ομάδες πληθυσμού σε καλύτερες υγιέστερες συνθήκες. Ασφαλώς, όλα αυτά χρειάζονται δεδομένα, υπογράμμισε ο κ. Καντώρος. Στην Ελλάδα ωστόσο, παρατήρησε, υπάρχουν τρομεροί φραγμοί στην πρόσβαση στα δεδομένα, με αποτέλεσμα αν κάποιος άνθρωπος θέλει να δώσει πρόσβαση στον φάκελο υγείας του σε μια ιδιωτική ασφαλιστική να μην μπορεί να το κάνει και να αναγκάζεται να υποβάλλεται σε περιττές εξετάσεις για κάτι το οποίο είναι ήδη καταχωρημένο ψηφιακά στον φάκελο υγείας του. Η χώρα μας είναι ίσως η μόνη στην Ευρώπη όπου αρκετοί πολίτες, όχι όλοι αλλά ένας σημαντικός αριθμός αυτών, πληρώνουν σήμερα δύο ξεχωριστά συστήματα υγείας, συμφώνησε ο κ. Θανάσης Λοπατατζίδης, Εμπορικός Διευθυντής Ευρώπης στον Όμιλο Affidea. Αυτό αποτελεί μία πολύ μεγάλη στρέβλωση και ο συνδυασμός της με το γεγονός ότι ο Έλληνας πολίτης πληρώνει, από την τσέπη του, υπερδιπλάσια τιμή για τις υπηρεσίες υγείας, σε σχέση με κάθε άλλο Ευρωπαίο πολίτη, δημιουργεί ένα πολύ εκρηκτικό μείγμα. Ταυτόχρονα, με το δεδομένο ότι η τεχνολογία τρέχει με απίστευτα γρήγορους ρυθμούς, είναι δομικά δεδομένο ότι το σύστημα χρειάζεται ένα πλήρη ανασχεδιασμό, όχι για να πάει μπροστά, αλλά για να μείνει στην κατάσταση που είναι σήμερα. Γιατί τα πράγματα θα πάνε χειρότερα, αν δεν μπορέσουμε να εκμεταλλευτούμε την τεχνολογία, καθώς το κόστος των υπηρεσιών υγείας αυξάνει παγκοσμίως. Σήμερα, υπάρχουν εξαιρετικά αποτελεσματικές θεραπείες, κυρίως ογκολογικές, που καθιστούν τον καρκίνο χρόνιο νόσημα, αλλά το κόστος τους είναι τεράστιο. Για να μπορέσει η κοινωνία να ανταποκριθεί σε αυτή την τεράστια πρόκληση, πρέπει όλοι οι εταίροι του συστήματος να συνεργαστούν ώστε να λύσουν τις πολλές και διαφορετικές στρεβλώσεις που έχει το σύστημα αυτό. Μία τεράστια στρέβλωση στην Ελλάδα είναι ότι οι ιατροί δεν έχουν πραγματικά κανένα οικονομικό κίνητρο να ασχοληθούν με την πρωτοβάθμια φροντίδα. Οι ιατροί στην Ελλάδα, σε ένα αμιγώς ιατροκεντρικό σύστημα, έχουν κίνητρο να κάνουν χειρουργεία. Γι’ αυτό και γίνονται υπερδιπλάσια χειρουργεία σε σχέση με το επιδημιολογικό προφίλ των ασθενών στην Ελλάδα, συγκριτικά με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Από την άλλη, ενώ πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν έλλειψη ιατρικού δυναμικού, στην Ελλάδα υπάρχει πληθώρα ιατρικού δυναμικού. Δυστυχώς, ωστόσο, σύμφωνα με το ελληνικό μοντέλο, όλοι τα κάνουν όλα, όλοι τα ξέρουν όλα και όλοι είναι καλύτεροι από τον διπλανό τους. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι αυτή η εποχή έχει παρέλθει για την ελληνική κοινωνία, τόνισε ο ομιλητής. Ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες, πρέπει να έρθει και μέσα από την αλλαγή της κουλτούρας. Η δημιουργία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο οποίος είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της συνεργασίας δημοσίου και ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα σήμερα, αποτελεί σαφώς μία κατάκτηση, είναι ωστόσο πλέον ένα απαρχαιωμένο σύστημα, ένα σύστημα που ανταποκρινόταν στις ανάγκες του πληθυσμού προ δεκαπενταετίας, αλλά όχι και στις σημερινές. Τα συστήματα οφείλουν να προσαρμόζονται στις συνθήκες της εκάστοτε εποχής και τις ανάγκες των χρηστών τους, δήλωσε ο κ. Λοπαταρζίδης, φέρνοντας ως παράδειγμα την Αγγλία, όπου το NHS παρουσίασε πρόσφατα το δεκαετές πρόγραμμά του βασισμένο σε τρεις αρχές: ψηφιοποίηση (digitalization), τεχνολογία, πρόληψη και ιατρική στην κοινωνία έξω από τα νοσοκομεία. Επιπλέον, συμπλήρωσε, το βρετανικό σύστημα υγείας ανακοίνωσε πρόσφατα ότι δίνει στις εταιρείες τεχνολογίας πρόσβαση στα δεδομένα του συστήματος υγείας με αντίτιμο μία λίρα, καθώς θεωρεί πως με αυτόν τον τρόπο θα έρθουν οι εταιρείες τεχνολογίας στην Αγγλία, θα επενδύσουν στην υγεία, θα φέρουν θέσεις εργασίας και θα βελτιώσουν τη ζωή των ασθενών. Συζήτηση Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ήταν πραγματικά μια μεγάλη κατάκτηση, σχολίασε ο κ. Δερβένης, ωστόσο στην ουσία ποτέ δεν λειτούργησε -ακόμη και με τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν στην πορεία- ως ένας παράγοντας ο οποίος θα διασφαλίζει υγιείς συνθήκες αγοράς. Ενδεχομένως βέβαια, ούτε οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι ακόμη έτοιμες στην Ελλάδα να παίξουν αυτό το παιχνίδι μιας ανοιχτής αγοράς, με όλα τα πλεονεκτήματα που έχει, αλλά προλαμβάνοντας όλα τα μειονεκτήματα. Αναφερόμενος στην επαγγελματική του εμπειρία στον δημόσιο, τον ακαδημαϊκό και τον ιδιωτικό τομέα, ο κ. Δερβένης τόνισε πως κανένας από τους τρεις αυτούς τομείς δεν δουλεύει με πραγματικά ανταγωνιστικούς όρους και με καθαρούς όρους. Εφόσον κανένα τμήμα της αγοράς των υπηρεσιών υγείας δεν λειτουργεί σωστά, εξήγησε, αυτό που προέχει είναι να εξυγιανθούν τα δύο συστήματα. Και εν τέλει, πρόσθεσε, σε ένα σύστημα όπου 38% με 40% των δαπανών είναι ιδιωτικές, δεν μπορούμε να αποκαλούμε ιδιωτικοποίηση την προσπάθεια να ρυθμίσουμε το ιδιωτικό κομμάτι του συστήματος. Στην ερώτηση της συντονίστριας της συζήτησης από ποιον τομέα θα μπορούσε να ξεκινήσει η εφαρμογή τέτοιων μοντέλων, ο κ. Κοντοζαμάνης απάντησε πως θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν στο σύνολο του συστήματος υγείας. Σαφώς, μπορούν να γίνουν πάρα πολλά πράγματα στη νοσοκομειακή φροντίδα, αλλά και στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, ανέφερε. Το κλειδί, τόνισε ο κ. Κοντοζαμάνης, είναι ο ανταγωνισμός. Εάν λειτουργούσε η αγορά με όρους ανταγωνισμού, ο δημόσιος τομέας θα μπορούσε να κλείσει τον ιδιωτικό τομέα. Υπάρχουν συνθήκες ανταγωνισμού, συνέχισε, θα πρέπει ωστόσο να έχουμε υπόψη πως τα ιδιωτικά νοσοκομεία λειτουργούν με διαφορετικό προεδρικό διάταγμα απ’ ό,τι τα δημόσια νοσοκομεία, δηλαδή με άλλους όρους και προϋποθέσεις. Υπάρχουν αρκετά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν, επισήμανε, ώστε να συντηρήσουμε τον ανταγωνισμό, με την καλή έννοιά του, και να μπορέσουμε να βελτιώσουμε τις υπηρεσίες υγείας. Ο κ. Δερβένης σχολίασε πως ο όρος «εξωνοσοκομειακή φροντίδα» ίσως είναι πιο δόκιμος από τον όρο «πρωτοβάθμια», καθώς μεγάλο ποσοστό των ιατρικών πράξεων, είτε στο πεδίο της πρόληψης, αλλά ακόμα και στο πεδίο της θεραπείας, γίνονται εκτός νοσοκομείου. Πολλές υπηρεσίες μεταφέρονται πλέον έξω από τα νοσοκομεία και αυτό συνιστά έναν επιπλέον λόγο για να στραφούμε σε αυτό το πεδίο, παρατήρησε.

Read More
23 Δεκ

Η Μικροβιακή Αντοχή στην Ελλάδα: πολιτικές και κίνητρα για αλλαγή πορείας – Σ.Τ.

  • Esdy
  • 0 Comment

«Υπαρξιακή απειλή για τα συστήματα υγείας» και «αργό σεισμό» χαρακτήρισε τη μικροβιακή αντοχή (ΜΑ) η συντάκτρια υγείας κ. Βασιλική Αγγουρίδη, η οποία συντόνισε στρογγυλή τράπεζα πάνω σε αυτό το θέμα κατά την πρώτη ημέρα του συνεδρίου. Η συνεδρία εστίασε στη διαμόρφωση των απαραίτητων οικονομικών και θεσμικών κινήτρων για τη διαχείριση της ΜΑ, καθώς και στις αναγκαίες κατευθύνσεις μιας Εθνικής Στρατηγικής για τη ΜΑ στο πλαίσιο της προσέγγισης της «Ενιαίας Υγείας» (One Health).

  [gallery link="file" columns="6" ids="12478,12477,12476,12475,12474,12479"]   Τον λόγο έλαβε πρώτη η κ. Ελισάβετ Σταυροπούλου, παθολόγος-λοιμωξιολόγος, Ε.Ο.Δ.Υ., η οποία έθεσε την παγκόσμια διάσταση αυτής της απειλής, επισημαίνοντας αρχικά ότι ο αριθμός των θανάτων που σχετίζονται με τη ΜΑ θα μπορούσε να διπλασιαστεί έως το 2050 εάν αδρανήσουμε, φθάνοντας τα 10 εκ. θανάτους ετησίως, με κόστος 100 τρισ. δολάρια. Πρόσθεσε ότι η Ελλάδα είναι παραδοσιακά ανάμεσα στις χώρες με τη μεγαλύτερη κατανάλωση αντιβιοτικών και ότι ο επιπολασμός των λοιμώξεων που σχετίζονται με τη φροντίδα υγείας (ΛΣΦΥ) είναι διπλάσιος στη χώρα μας από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Έτσι, συνέχισε η κ. Σταυροπούλου, η Ε.Ε. έχει θέσει αυστηρούς στόχους για τη μείωση της συνολικής κατανάλωσης αντιβιοτικών και την αύξηση της κατανάλωσης αντιβιοτικών στενού φάσματος, ενώ προωθεί επίσης την «Ενιαία Υγεία», μια ολιστική προσέγγιση που βασίζεται στην αναγνώριση ότι η υγεία των ανθρώπων, των ζώων, των οικοσυστημάτων και του περιβάλλοντος είναι αλληλένδετη. Στη χώρα μας, ο Ε.Ο.Δ.Υ. βρίσκεται σε διαδικασία τελειοποίησης του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Αντιμετώπιση της ΜΑ στο πλαίσιο της «Ενιαίας Υγείας», σε συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία (Υπουργείο Υγείας, Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας). Το νέο σχέδιο (2026-2030) είναι πλέον επιχειρησιακό -περιλαμβάνει κοστολόγηση, χρονοδιάγραμμα και αξιολόγηση- και κινείται γύρω από επτά άξονες: α) επιτήρηση, β) πρόληψη και έλεγχος των λοιμώξεων, γ) ορθολογική χρήση των αντιβιοτικών, δ) ενημέρωση, εκπαίδευση, ευαισθητοποίηση, ε) έρευνα, ανάπτυξη και προσβασιμότητα, στ) συνεργασίες και ζ) εξασφάλιση της εφαρμογής του Εθνικού Σχεδίου Δράσης. Επιπλέον, ο Ε.Ο.Δ.Υ. συμμετέχει και σε πολλές άλλες δράσεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, στις οποίες περιλαμβάνεται η ανάπτυξη σύγχρονου ψηφιακού Μηχανισμού Επιδημιολογικής Επιτήρησης. Τέλος, ο Ε.Ο.Δ.Υ. έχει εξασφαλίσει χρηματοδότηση από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα EU4HEALTH προκειμένου να δημιουργήσει ένα Δίκτυο Συνεργατικής Επιτήρησης, το οποίο έχει ως στόχο να ενισχύσει την ανταλλαγή δεδομένων και τη διαλειτουργικότητα μεταξύ διαφόρων φορέων και να δημιουργήσει ένα «κοινό αποθετήριο δεδομένων» για τον άνθρωπο, τα ζώα και το περιβάλλον. Τέλος, η κ. Σταυροπούλου επισήμανε ότι για να υλοποιηθούν όλα αυτά απαιτούνται νομοθετικές παρεμβάσεις, βιώσιμη χρηματοδότηση, κίνητρα και λογοδοσία των νοσοκομείων, συνεχιζόμενη εκπαίδευση του προσωπικού, εκστρατείες ενημέρωσης και, κυρίως, συνεργασία. Στη συνέχεια, ο κ. Θεοκλής Ζαούτης, Καθηγητής Ιατρικής, μιλώντας και με βάση την εμπειρία του ως πρώην πρόεδρος του Ε.Ο.Δ.Υ., τόνισε τον καίριο ρόλο που παίζει η αξιολόγηση της κλινικής πρακτικής στην προσπάθεια μείωσης των λοιμώξεων και ιδίως των ενδονοσοκομειακών. «Όσα λέμε τώρα τα έχουμε ξαναπεί και παρόλα αυτά η μικροβιακή αντοχή συνεχίζει να αυξάνεται», επισήμανε ο κ. Ζαούτης. Αυτό συμβαίνει γιατί «κάνουμε συνέχεια τα ίδια και περιμένουμε διαφορετικό αποτέλεσμα», πρόσθεσε και συνέχισε λέγοντας ότι η Πολιτεία θα πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της. Δεν αρκεί να ορίζουν οι επιστήμονες κατευθυντήριες οδηγίες και να εκπαιδεύουν το προσωπικό, θα πρέπει να υπάρχει ένα σύστημα που να διασφαλίζει την εφαρμογή των οδηγιών. Ως λύση πρότεινε την εφαρμογή ενός συστήματος αξιολόγησης που θα περιλαμβάνει επιβραβεύσεις και κυρώσεις, ανάλογα με το αποτέλεσμα. Να καταγράφεται, συγκεκριμένα, πόσες νοσοκομειακές λοιμώξεις έχει το κάθε τμήμα στο κάθε νοσοκομείο και τα δεδομένα να είναι ανοιχτά, έτσι ώστε η κατάσταση να είναι γνωστή σε όλους και να είναι δυνατός ο σχεδιασμός παρεμβάσεων. Το ίδιο μπορεί να εφαρμοστεί και για τη χρήση αντιβιοτικών: να υπάρχει ανοιχτή πρόσβαση στα δεδομένα για το ποιος γιατρός γράφει τι, για ποιο νόσημα και σε ποιον και να υπάρχουν κυρώσεις ή επιβραβεύσεις κατόπιν αξιολόγησης. Όπως ανέφερε ο κ. Ζαούτης, έχει αποδειχθεί παγκοσμίως ότι τα συστήματα υγείας που μείωσαν τις λοιμώξεις και τη συνταγογράφηση αντιβιοτικών είναι αυτά που έδωσαν κίνητρα, θετικά ή αρνητικά, για την εφαρμογή της σωστής πρακτικής. Διαφορετικά, κατέληξε ο κ. Ζαούτης, ό,τι και να κάνει ο Ε.Ο.Δ.Υ. δεν θα πετύχει. Ο κ. Στέλιος Κυμπουρόπουλος, ψυχίατρος και πρώην ευρωβουλευτής, τόνισε και αυτός με τη σειρά του την επικινδυνότητα και την επιβάρυνση που δημιουργείται για τα εθνικά συστήματα υγείας από την αυξανόμενη μικροβιακή αντοχή και στη συνέχεια αναφέρθηκε σε μια σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία της Ε.Ε. που αναμένεται μέσα στο 2026 και η οποία θα παρέχει στις φαρμακευτικές εταιρείες κίνητρα για να επενδύσουν στην ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών. Τα αντιβιοτικά είναι μια κατηγορία φαρμάκων που δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστική για επενδύσεις, λόγω της γρήγορης ανάπτυξης μικροβιακής αντοχής και, επομένως, του περιορισμένου χρονικού διαστήματος κατά το οποίο η επένδυση αυτή αποδίδει, εξήγησε ο κ. Κυμπουρόπουλος. Ο ομιλητής πρόσθεσε ότι στη διάρκεια των συζητήσεων και διαπραγματεύσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την «Ενιαία Υγεία», υπήρξε έντονη διαμάχη ανάμεσα στις αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με τη διακοπή ή τον περιορισμό της χρήσης αντιβιοτικών στα ζώα. Το γεγονός ότι η «Ενιαία Υγεία» υπερψηφίστηκε τελικά με ελάχιστη διαφορά ψήφων, δήλωσε ο κ. Κυμπουρόπουλος, δείχνει ότι η επιστημονική κοινότητα ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν έχει καταλήξει σχετικά με τον σωστό τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος. «Συνεργασία, είναι η μόνη απάντηση που μπορούμε να δώσουμε σε αυτό το μεγάλης σημασίας ζήτημα», δήλωσε εμφατικά ο κ. Κυμπουρόπουλος και υπογράμμισε ξανά τη σημασία των εθνικών νομοθετικών πρωτοβουλιών, αλλά και της διαρκούς ενημέρωσης των γιατρών που συνταγογραφούν και της επαφής μαζί τους. Τέλος, η κ. Τζένη Παπαδονικολάκη, Public Affairs & Policy Director, Σ.Φ.Ε.Ε., χαρακτήρισε τη ΜΑ μια «σύγχρονη πανδημία που υπονομεύει τη σύγχρονη ιατρική» και δήλωσε ότι η συζήτηση αυτή έχει δύο επίπεδα: α) την κακή και αλόγιστη χρήση των αντιβιοτικών και β) την απουσία πραγματικών κινήτρων για επενδύσεις σε R&D για την ανάπτυξη αντιβιοτικών νέας γενιάς, δεδομένης της χαμηλής απόδοσης αυτού του τύπου επένδυσης. Για να αντιμετωπίσει το δεύτερο ζήτημα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημιούργησε το λεγόμενο «μεταβιβάσιμο κουπόνι αποκλειστικότητας» (Transferable Exclusivity Voucher, TEV), το οποίο παρέχει ένα έτος αποκλειστικότητας σε μια φαρμακευτική εταιρεία που έχει αποδείξει ότι το αντιβιοτικό της είναι νέας γενιάς και άρα αποτελεσματικό. Αυτό το κουπόνι, η εταιρεία μπορεί είτε να το χρησιμοποιήσει σε κάποιο άλλο προϊόν στο δικό της portfolio είτε να το πουλήσει σε μια άλλη εταιρεία – τα κουπόνια δεν θα είναι περισσότερα από 10 συνολικά. Στην Ελλάδα, το κόστος ενός τέτοιου κουπονιού θα ήταν περίπου 7 εκ. ευρώ, ενώ το ετήσιο κόστος της ΜΑ είναι 42 εκ. ευρώ – επομένως, σε έναν ορίζοντα ετών ή δεκαετιών, πρόκειται για μια πολύ αποδοτική επένδυση, υπό τη μορφή κινήτρου, από άποψη οικονομική, κοινωνική και υγειονομική. Η κ. Παπαδονικολάκη πρόσθεσε πως θα πρέπει επίσης να δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο που θα βοηθά τη γρήγορη ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών κινήτρων και της καινοτομίας στο εθνικό σύστημα υγείας, έτσι ώστε η καινοτομία να φθάνει γρήγορα στον ασθενή στην Ελλάδα. Αναφέρθηκε επίσης στην πρωτοβουλία AMR Action Fund, μια συνεργασία που δημιουργήθηκε από 20 μεγάλες βιοφαρμακευτικές εταιρείες το 2020, με στόχο να μπορέσουν μέσα στα επόμενα 5 χρόνια να φέρουν στα συστήματα υγείας και στους ασθενείς 2 έως 4 αντιβιοτικά νέας γενιάς. Τέλος, επισήμανε ότι ο εμβολιασμός είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό εργαλείο στη μάχη κατά της ΜΑ, καθώς τα υπάρχοντα εμβόλια θα μπορούσαν να αποτρέψουν έως και 106.000 θανάτους από ΜΑ. Συζήτηση Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, η κ. Αγγουρίδη ρώτησε κατά πόσο το Εθνικό Σχέδιο Δράσης περιλαμβάνει τρόπους αντιμετώπισης των προκλήσεων που ανέφερε η κ. Σταυροπούλου στο τέλος της ομιλίας της. Η κ. Σταυροπούλου απάντησε πως οι προκλήσεις αυτές έχουν συνυπολογιστεί στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης, αλλά διευκρίνισε πως η Διεύθυνση Αντιμετώπισης της ΜΑ του Ε.Ο.Δ.Υ. είναι αρμόδια μόνο για να μελετήσει το θέμα και να καταθέσει ένα σχέδιο δράσης. Η εφαρμογή του σχεδίου στη συνέχεια εναπόκειται στη Διυπουργική Επιτροπή Ενιαίας Υγείας και στα συναρμόδια υπουργεία, τα οποία βέβαια θα πρέπει να βρίσκονται σε επαφή με τους επιστήμονες, έτσι ώστε τα αποτελέσματα της εφαρμογής να αξιολογούνται κάθε χρόνο και να γίνονται οι απαιτούμενες αλλαγές. Σε ερώτηση σχετικά με τα κίνητρα για την ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών, ο κ. Ζαούτης επισήμανε πως, παρόλο που η δημιουργία νέων αντιβιοτικών είναι εξαιρετικά σημαντική, αν δεν επιτευχθεί έλεγχος στην κατανάλωση των ήδη υπαρχόντων αντιβιοτικών, τα νέα προϊόντα πολύ σύντομα θα καταστούν επίσης αναποτελεσματικά. Η κ. Παπαδονικολάκη συμφώνησε μαζί του και υπογράμμισε την πολυπλοκότητα του ζητήματος, καθώς θα πρέπει, συγχρόνως, από τη μία να καταφέρουμε να έρχεται γρήγορα σε εθνικό επίπεδο η καινοτομία που παράγεται από τα κίνητρα και από την άλλη να εφαρμόζονται αυστηρά μέτρα ελέγχου για τα υφιστάμενα φάρμακα, γιατί η κατάσταση της αντοχής αλλάζει γρήγορα. Στο σημείο αυτό, ο κ. Κυμπουρόπουλος ανέφερε ότι η υποχρεωτική συνταγογράφηση των αντιβιοτικών, αν και δεν έλυσε εντελώς το πρόβλημα, αποτέλεσε ένα πρώτο βήμα ελέγχου και επισήμανε τον σημαντικό ρόλο της Η.ΔΙ.Κ.Α. στην παραγωγή δεδομένων συνταγογράφησης και στον έλεγχο της κατάστασης. Επίσης, υπογράμμισε για μία ακόμη φορά την αξία της διαρκούς ενημέρωσης του κοινού και της ιατρικής κοινότητας, ξεκινώντας ήδη από τις ιατρικές σχολές, για τη σημασία της σωστής χρήσης των αντιβιοτικών. Πρόγραμμα GRIPP Στη συνέχεια, ο κ. Ζαούτης κλήθηκε να μιλήσει για το πρόγραμμα GRIPP (Greek Infection Prevention Program – Ελληνικό Πρόγραμμα Πρόληψης Λοιμώξεων), το οποίο εφαρμόστηκε πιλοτικά για πέντε χρόνια σε 10 μεγάλα ελληνικά νοσοκομεία για τον έλεγχο των νοσοκομειακών λοιμώξεων και της μικροβιακής αντοχής. Tο πρόγραμμα αυτό πέτυχε μείωση της συχνότερης νοσοκομειακής λοίμωξης κατά 40%, ξεπερνώντας οποιονδήποτε στόχο του Εθνικού Σχεδίου Δράσης και μάλιστα, στις γνωστές συνθήκες λειτουργίας των νοσοκομείων του ΕΣΥ. Όπως δήλωσε ο κ. Ζαούτης, το πρόγραμμα αυτό είναι έτοιμο, έχει δοκιμαστεί και μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα σε όλα τα νοσοκομεία της Ελλάδας. Ο κ. Κυμπουρόπουλος υπερθεμάτισε, λέγοντας ότι, πριν ακόμα και από τα αντιβιοτικά, υπάρχουν πιο απλά μέτρα πρόληψης που μπορούμε να λάβουμε, όπως για παράδειγμα το πλύσιμο των χεριών –κάτι που ήταν και ένα από τα κύρια πορίσματα του GRIPP–, ενώ η κ. Αγγουρίδη επισήμανε ότι η υποστελέχωση των νοσοκομείων σε νοσηλευτικό προσωπικό μοιραία ίσως οδηγεί και σε λάθη. Δυσκολίες στην εφαρμογή της «Ενιαίας Υγείας» Απαντώντας σε ερώτηση της συντονίστριας σχετικά με τους τομείς της «Ενιαίας Υγείας» που δημιουργούν τις μεγαλύτερες δυσκολίες στην Ελλάδα, η κ. Σταυροπούλου απάντησε ότι πέρα από την υψηλή χρήση αντιβιοτικών στην κτηνοτροφία, πρόβλημα αποτελεί και η χρήση αντιμυκητιασικών και αντιβιοτικών στη γεωργία, αλλά και η ασφαλέστερη διαχείριση των αποβλήτων και των λυμάτων. Πρόσθεσε ότι, επειδή η προσέγγιση αυτή είναι καινούργια, ακόμη και οι επαγγελματίες υγείας δεν είναι εξοικειωμένοι μαζί της˙ οι κτηνίατροι είναι ίσως περισσότερο γνώστες, αλλά οι γεωπόνοι δεν είναι ενημερωμένοι. Οπότε, απαιτείται περισσότερη εκπαίδευση γύρω από τις αρχές της «Ενιαίας Υγείας», έτσι ώστε αυτοί που καλούνται να την εφαρμόσουν να κατανοούν γιατί απαιτείται η εμπλοκή τους. Έλλειψη νοσηλευτών λοιμώξεων Τέλος, σε ερώτηση της συντονίστριας σχετικά με το ποιο είναι το μεγαλύτερο «τυφλό σημείο» στις πολιτικές που σχετίζονται με τη μικροβιακή αντοχή στη χώρα μας, η κ. Σταυροπούλου απάντησε πως είναι η έλλειψη μακροχρόνιας και βιώσιμης χρηματοδότησης για εφαρμογή αποτελεσματικών προγραμμάτων και προσλήψεις μόνιμου προσωπικού. Τόνισε ιδιαίτερα την έλλειψη ειδικών νοσηλευτών λοιμώξεων, ενός κλάδου ιδιαίτερα σημαντικού για την αντιμετώπιση της μικροβιακής αντοχής, λέγοντας πως οι χαμηλές αμοιβές, οι δύσκολες συνθήκες εργασίας, η έλλειψη μονιμότητας και η απουσία επαγγελματικής εξέλιξης διώχνουν ακόμη και τους λίγους εκπαιδευμένους νοσηλευτές που υπάρχουν προς διαφορετικές επαγγελματικές διεξόδους, με καλύτερη ποιότητα ζωής (π.χ., σχολικοί νοσηλευτές, θέσεις γραφείου).

Read More
15 Δεκ

Τα Βραβεία του Πανελληνίου Συνεδρίου 2025

  • Esdy
  • 0 Comment

Κατόπιν της κρίσης από την Επιτροπή Αξιολόγησης και Βράβευσης Εργασιών του  Πανελληνίου Συνεδρίου για τα Οικονομικά και τις Πολιτικές της Υγείας 2025, υπό την προεδρία της καθηγήτριας Ελπίδας Πάβη, το Βραβείο «Άρης Σισσούρας» απονεμήθηκε στις τρεις καλύτερες εργασίες. Το βραβείο συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο με την ευγενική χορηγία της εταιρείας ΕΛΠΕΝ. Οι βραβευθέντες ξεχώρισαν ανάμεσα 128 ανακοινώσεις που παρουσιάστηκαν φέτος στο Συνέδριο, 63 ελεύθερες και 65 αναρτημένες.

  [gallery columns="4" link="file" ids="12431,12433,12434,12435"]  
  • 1ο Βραβείο Καλύτερης Ελεύθερης Ανακοίνωσης στην εργασία με τίτλο: Η “PSYCHE_3”: ΨΗΦΙΑΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΠΟΡΩΝ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ (ΕΑ30). Η συγγραφική ομάδα αποτελείται από τους Αγάπη Φαρφάρα, Στεργιανή Σπύρου, Περικλή Καρανίκα, Μιχάλη Κούπκα και Δημήτριο Τσαλικάκη.
  • 2ο Βραβείο Καλύτερης Ελεύθερης Ανακοίνωσης στην εργασία με τίτλο: ECONOMIC ACUITY IN ANTI-VEGF REIMBURSEMENT: COST-NEUTRAL ADOPTION FOR NEOVASCULAR AMD (ΕΑ36) και τη συγγραφική ομάδα των Olga Pitsillidou, Panagiotis Petrou, και Maarten Postma.
  • Το Βραβείο Καλύτερης Αναρτημένης Ανακοίνωσης (e-Poster) έλαβε η ανακοίνωση με τίτλο: ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΦΟΡΤΟΥ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΝΟΣΗΛΕΥΤΩΝ ΣΕ ΜΕΘ. ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ (ΑΑ30), με μέλη της συγγραφική ομάδα τις / τους Γεωργία-Ελπίδα Τσιπολίτη, Αλεξάνδρα-Σταυρούλα Νιέρη, Ευανθία Ασημακοπούλου, Ελένη Γελαστοπούλου, Πέτρο Γαλάνη και Γεώργιο Χαραλάμπους.
Τα βραβεία απένειμαν ο πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής καθ. Κώστας Αθανασάκης, ο πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής καθ. Κυριάκος Σουλιώτης και η κ. Βασιλική Τσιάντου, μέλος της Επιτροπής Αξιολόγησης και Βράβευσης Εργασιών 2025. Συνολικά, στο φετινό Πανελλήνιο Συνέδριο με θέμα «Τεκμηριωμένες αποφάσεις για την κατανομή των πόρων στην υγεία», υποβλήθηκαν περίπου 30% περισσότερες περιλήψεις ερευνητικών εργασιών από το 2024, συγκεκριμένα 140 περιλήψεις από τις οποίες έγιναν τελικά αποδεκτές προς παρουσίαση και κρίση οι 128.

Read More
15 Δεκ

Πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να μετασχηματίσει τη φροντίδα και τις πολιτικές της υγείας – Σ.Τ.

  • Esdy
  • 0 Comment

Την τελευταία ημέρα του συνεδρίου, πραγματοποιήθηκε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνεδρία η οποία επιχείρησε να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μετασχηματίσει ριζικά την υγειονομική φροντίδα και τις πολιτικές υγείας, καθιστώντας την όχι απλώς τεχνολογία, αλλά βασικό μοχλό καινοτομίας και αναβάθμισης του συστήματος υγείας. Η συνεδρία, την οποία συντόνισε ο κ. Τίμος Σελλής, διευθυντής της Ερευνητικής Μονάδας «Αρχιμήδης» του Ερευνητικού Κέντρου «Αθηνά», συγκέντρωσε μια ομάδα ομιλητών από διάφορους επιστημονικούς τομείς.

  [gallery link="file" size="medium" ids="12420,12421,12422,12416,12417,12419"]   Ο κ. Τίμος Σελλής έκανε μια σύντομη εισαγωγή στο θέμα, αναφέροντας αρχικά ότι το Ε.Κ. «Αθηνά» είναι το μοναδικό ερευνητικό κέντρο στην Ελλάδα που επικεντρώνεται στις τεχνολογίες πληροφορικής, ενώ η μονάδα «Αρχιμήδης», που λειτουργεί εντός του, έχει ως αντικείμενο την τεχνητή νοημοσύνη. Στη συνέχεια ο κ. Σελλής επισήμανε ότι ο όρος «τεχνητή νοημοσύνη» είναι σήμερα πιο ευρύς από ό,τι όταν πρωτοεμφανίστηκε και στην ουσία αυτήν τη στιγμή αγγίζει οτιδήποτε έχει να κάνει με ψηφιακό μετασχηματισμό, από την ιδιωτική μας ζωή έως όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής. Επισήμανε επίσης ότι, καθώς εξετάζουμε πώς μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να αλλάξει τον τρόπο που παρέχουμε φροντίδα και σχεδιάζουμε πολιτικές υγείας, θα πρέπει πάντοτε να έχουμε υπόψη μας ότι οι νέες αυτές τεχνολογίες πρέπει να υιοθετηθούν με ασφάλεια, διαφάνεια και ισότητα, κάτι που πολλές φορές τείνουμε να ξεχνάμε, καθώς σκεφτόμαστε μόνο το τεχνολογικό όφελος. Ο κ. Σελλής κάλεσε τους ομιλητές να απαντήσουν στα εξής ερωτήματα: α) πώς μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να επηρεάσει τη σχέση του πολίτη με το σύστημα υγείας, β) πώς μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να ενσωματωθεί υπεύθυνα και αποτελεσματικά στην κλινική πρακτική, γ) ποιες είναι οι δυνατότητες και οι διαστάσεις της καλής τεχνητής νοημοσύνης στη βιοϊατρική έρευνα και δ) πώς μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να υποστηρίξει την τεκμηριωμένη (evidence-based) και με τη χρήση Τ.Ν. (AI-enabled) άσκηση πολιτικής σε εθνικό επίπεδο. Στο πρώτο ερώτημα κλήθηκε να απαντήσει ο κ. Κώστας Αθανασάκης, Aναπληρωτής Kαθηγητής Oικονομικών της Yγείας, ο οποίος εξέτασε το ζήτημα από την οπτική του πολίτη, πώς δηλαδή η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τη συμπεριφορά των ασθενών προς το σύστημα υγείας. Όπως δήλωσε ο ομιλητής, η εισαγωγή της τεχνητής νοημοσύνης αλλάζει τη λεγόμενη ασυμμετρία πληροφόρησης, δηλαδή το σημαντικό έλλειμμα πληροφόρησης που είχε έως τώρα ο ασθενής σε σύγκριση με τον πάροχο υγειονομικής φροντίδας. Σε αντίθεση με τις αμέτρητες σελίδες που καλείτο να διαχειριστεί έως τώρα ο χρήστης των ηλεκτρονικών μέσων, η τεχνητή νοημοσύνη παρέχει πλέον δομημένη πληροφορία, γεγονός το οποίο αλλάζει τη συμπεριφορά του ασθενούς, ο οποίος έχει πλέον τη δυνατότητα να πηγαίνει προετοιμασμένος στα ιατρικά ραντεβού. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη διαδικασία κοινής λήψης αποφάσεων, μπορεί όμως να δημιουργήσει και προβλήματα, ανάλογα με τη χρήση. Πολύ μεγάλη μεταβολή, συνέχισε ο κ. Αθανασάκης, θα υποστεί και η παρακολούθηση των ασθενών, το λεγόμενο follow-up, το οποίο αποτελεί ένα κλασικό δομικό πρόβλημα του ελληνικού συστήματος υγείας. Η τεχνητή νοημοσύνη θα βοηθήσει τους ασθενείς, ιδίως αυτούς με χρόνιες νόσους, να διαχειριστούν καλύτερα το πρόβλημα της υγείας τους και είναι πολύ πιθανό ότι θα επιφέρει καλύτερα αποτελέσματα, όπως μεγαλύτερη συμμόρφωση με την αγωγή και βελτιστοποίηση της συμπεριφοράς υγείας, αλλά είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσει και προβλήματα. Δεν υπάρχουν οριστικές απαντήσεις, κατέληξε ο κ. Αθανασάκης. Το ζήτημα προς ποια κατεύθυνση θα οδηγήσει η αλληλεπίδραση με την τεχνητή νοημοσύνη είναι κάτι που βρίσκεται ακόμη υπό διερεύνηση. Τον λόγο έλαβε στη συνέχεια ο κ. Θεοκλής Ζαούτης, Καθηγητής Παιδιατρικής, προκειμένου να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα, σχετικά με την υπεύθυνη ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στην κλινική πράξη. Ο κ. Ζαούτης υποστήριξε πως, σύμφωνα με πρόσφατη ανασκόπηση, η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί εξίσου καλά με τον γιατρό στον τομέα της διάγνωσης, ή και καλύτερα, και σίγουρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί συμπληρωματικά για να βελτιώσει τη διαγνωστική ικανότητα των γιατρών. Το γεγονός αυτό, επισήμανε ο κ. Ζαούτης, αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε απομακρυσμένα μέρη (π.χ. νησιά) που στερούνται ειδικών γιατρών, στα οποία η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει τον γενικό ή αγροτικό γιατρό στη διάγνωση και στη διαλογή (triage) των ασθενών, καθώς και στην παρακολούθηση. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί επίσης να κάνει καλύτερη εκτίμηση των ακτινολογικών ευρημάτων από τους ακτινολόγους, έχοντας καλύτερη διαγνωστική ικανότητα και αποτελεσματικότητα, ενώ ανώτερη αποδεικνύεται και στον τομέα των βιοψιών και της παθολογοανατομίας, ιδίως σε περιπτώσεις μικρής ποσότητας καρκίνου. Στον τομέα της γονιδιωματικής, μπορεί να διαχειριστεί πολύ πιο γρήγορα έναν τεράστιο όγκο γενετικών δεδομένων και να επιταχύνει τις εξελίξεις στην εξατομικευμένη ιατρική. Ιδιαίτερη μπορεί να είναι η συμβολή των αλγόριθμων τεχνητής νοημοσύνης στην πρόληψη των ιατρικών σφαλμάτων και στη βελτίωση της ασφάλειας των ασθενών, ενώ στον τομέα της δημόσιας υγείας, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει στην έγκαιρη ανίχνευση των πρώιμων σημείων μιας επόμενης πανδημίας, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υπάρχει καλή ποιότητα δεδομένων και ανοικτή πρόσβαση στα δεδομένα. Τέλος, μεγάλη μπορεί να είναι η συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης στο ζήτημα της συνταγογράφησης και της αντιμετώπισης της πολυφαρμακίας, ιδίως στην πρόληψη των φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων. Αντιθέτως, ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης στον τομέα της ψυχικής υγείας είναι περισσότερο αμφιλεγόμενος. Σίγουρα μπορεί να βοηθήσει στην ενημέρωση του κοινού σχετικά με ψυχολογικά προβλήματα, αλλά επειδή δεν εμπεριέχει το κομμάτι της ενσυναίσθησης, φαίνεται ότι δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική χωρίς τη συνεργασία γιατρών, ψυχολόγων και ψυχοθεραπευτών, κατέληξε ο κ. Ζαούτης. Ο κ. Γιώργος Παπαναστασίου, κύριος ερευνητής τεχνητής νοημοσύνης στο Ερευνητικό Κέντρο Μαθηματικών της Ακαδημίας Αθηνών και επικεφαλής ερευνητής στη μονάδα «Αρχιμήδης», κλήθηκε να απαντήσει στο τρίτο ερώτημα, σχετικά με τον τρόπο χρήσης της καλής τεχνητής νοημοσύνης στη βιοϊατρική έρευνα, από την ανίχνευση φαρμάκων έως και την κλινική εφαρμογή. «Καλή τεχνητή νοημοσύνη είναι αυτή που τίθεται στην υπηρεσία του ανθρώπου», διευκρίνισε αρχικά ο κ. Παπαναστασίου και πρόσθεσε ότι η τεχνητή νοημοσύνη άρχισε να μπαίνει σιγά σιγά στον τομέα της υγείας το 2013, όταν επικράτησε η λεγόμενη «βαθιά μάθηση». Το κύριο ζήτημα στον τομέα της υγείας, συνέχισε ο κ. Παπαναστασίου, είναι ότι όταν φεύγεις από φυσικές εικόνες και περνάς σε ιατρικές εικόνες, το πρόβλημα γίνεται πιο πολύπλοκο, γιατί πρέπει να ενημερώσεις το μοντέλο σου για το τι αναλύει και τι θέλεις να βγάλει στο τέλος. Τα πράγματα βελτιώθηκαν το 2021 που άρχισαν να εμφανίζονται τα μεγάλα LLM (μεγάλα γλωσσικά μοντέλα), τα οποία μπορούν να διαχειριστούν επαρκώς μεγάλα δεδομένα, αλλά όχι να εξειδικεύσουν σε μικρότερα προβλήματα. Μπορείς, για παράδειγμα να αναπτύξεις ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης που εντοπίζει τη στεφανιαία νόσο σε μαγνητικές τομογραφίες, αλλά το οποίο δεν λειτουργεί για κάποια άλλη καρδιαγγειακή πάθηση ή για εικόνες αξονικού τομογράφου. Επομένως, η πρόκληση σήμερα είναι να μπορέσουμε να εξειδικεύσουμε επαρκώς τα πολύ μεγάλα μοντέλα σε συγκεκριμένους τομείς της ιατρικής. Η τεχνητή νοημοσύνη σήμερα έχει απίστευτες δυνατότητες να βρει μοτίβα μέσα στα δεδομένα, αλλά δεν είναι ακόμη αξιόπιστη, γιατί δεν μπορεί να εντοπίσει την αιτιότητα. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να ξεχωρίσει αν ένας εκφυλισμός του εγκεφάλου οφείλεται στην ηλικία ή στη νόσο Αλτσχάιμερ. Όταν αρχίσεις να παρέχεις στην τεχνητή νοημοσύνη τις διάφορες πιθανότητες, αυτή αρχίζει να διακρίνει την αιτιότητα και, συνεπώς, την καθιστάς αξιόπιστη, εξήγησε ο κ. Παπαναστασίου. Για την επίλυση των προβλημάτων απαιτούνται τρία πράγματα, δήλωσε ο κ. Παπαναστασίου: άνθρωποι που μπορούν να δουλέψουν στις μεθόδους, δεδομένα και μετρικές. Απαιτείται ωστόσο σωστή πολιτική, με συστηματική χρηματοδότηση και συστηματική αλληλεπίδραση ανάμεσα στους επιστήμονες της Τ.Ν., τους κλινικούς ιατρούς και τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων. Πρόκειται για πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται τόσο σε ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και σε ελληνικό, κατέληξε ο κ. Παπαναστασίου. Τέλος, καλούμενη να απαντήσει στο τελευταίο ερώτημα, η κ. Χαριέττα Ελευθεροχωρινού, σύμβουλος καινοτομίας και πρώην παγκόσμια αντιπρόεδρος στρατηγικής και λειτουργιών τεχνητής νοημοσύνης στην IQVIA, δήλωσε ότι η Τ.Ν. μπορεί να μετασχηματίσει τις πολιτικές υγείας, εάν εφαρμοστεί σε μεγάλης κλίμακας εθνικά δεδομένα και, ιδανικά, σε ένα ιστορικό τουλάχιστον πέντε ετών. Εάν συμβεί αυτό, μπορεί να αναδείξει κάποιους από τους πραγματικούς λόγους στους οποίους οφείλονται τα πολύπλοκα προβλήματα που έχουν τα διάφορα συστήματα υγείας και τα οποία δεν είναι πάντοτε προφανή, καθώς και να υποδείξει στοχευμένες πολιτικές υγείας που είναι πολύ πιο αποτελεσματικές τόσο για το σύστημα όσο και για τον πολίτη. Πρόσθεσε πως, χάρη στην καλή δουλειά που έχει γίνει για την άυλη συνταγογράφηση με την Η.ΔΙ.Κ.Α. και τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., στην Ελλάδα έχουμε μια αρκετά καλή βάση για την εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης σε δεδομένα μεγάλης κλίμακας και για τη δημιουργία μιας πολιτικής υγείας πολύ πιο στοχευμένης και αποτελεσματικής. Η κ. Ελευθεροχωρινού δήλωσε επίσης πως η Ελλάδα μπορεί να πρωτοστατήσει στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς στη χώρα δραστηριοποιούνται πάνω από 200 νεοφυείς επιχειρήσεις στον τομέα της υγείας και της βιοτεχνολογίας, οι οποίες ακολουθούν εξαιρετική επιστημονική και τεχνολογική προσέγγιση. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει διάσπαση στις θεματικές τους, καθώς και το ότι αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα προκειμένου να απορροφηθούν από την εγχώρια αγορά και στη συνέχεια να επεκταθούν σε αγορές του εξωτερικού. Ωστόσο, πρόσθεσε η κ. Ελευθεροχωρινού, βρισκόμαστε σε ένα ιστορικό σημείο, καθώς η Ε.Ε. πιστεύει ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει ένα hub τεχνολογιών υγείας και βιοτεχνολογίας και στηρίζει τη χώρα μας με ένα μεγάλο κονδύλιο το οποίο έχει προκηρύξει, το EquiFund II, ύψους 200 εκ. ευρώ, το οποίο θα συμπληρωθεί και από ιδιωτικά κεφάλαια, από το 2026 έως το 2029. Αυτό λύνει σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα έλλειψης κεφαλαίων, αλλά θα πρέπει οι φορείς του συστήματος να δουλέψουν πολύ πιο αρμονικά και να βοηθήσουν να εφαρμοστούν στην πράξη κάποιες από τις καινοτομίες που θα φέρουν αυτές οι νεοφυείς επιχειρήσεις. Η ομιλήτρια εξέφρασε την άποψη ότι μια θεματική στην οποία έχουμε στρατηγικό πλεονέκτημα είναι η προγνωστική τεχνητή νοημοσύνη, που έχει στόχο την πρόβλεψη, την εξατομικευμένη θεραπεία και την πρόληψη των ασθενειών. Τέλος, δήλωσε αισιόδοξη και έτοιμη να συνδράμει στην ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης και της καινοτομίας στο σύστημά μας: «Ίσως σε 10 χρόνια να μιλάμε για ένα σύστημα πρότυπο», κατέληξε η κ. Ελευθεροχωρινού. Συζήτηση Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, τέθηκε από το κοινό το ερώτημα του κατά πόσο οι τεχνολογικές και ψηφιακές λύσεις θα μπορούσαν να λύσουν το ζήτημα της υποστελέχωσης, το οποίο θα είναι πολύ πιο έντονο τα επόμενα χρόνια. Η κ. Ελευθεροχωρινού απάντησε πως θα μπορούσαν σίγουρα να λύσουν μερικώς αυτό το θέμα. Πρόσθεσε ότι οι μεγάλοι οργανισμοί μετακινούνται σιγά σιγά προς ένα υβριδικό εργατικό δυναμικό, το οποίο περιλαμβάνει τόσο AI agents όσο και ανθρώπους, και υπάρχουν κάποιες θέσεις εργασίας στις οποίες οι AI agents είναι πολύ αποτελεσματικοί, όπως για παράδειγμα η θέση του project manager ή του συντονιστή εργασιών. Ωστόσο, δεν μπορούν όλες οι θέσεις να καλυφθούν από AI agents. Ο κ. Αθανασάκης πρόσθεσε πως η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μας βοηθήσει να πολλαπλασιάσουμε την ικανότητά μας για γνωστικές εργασίες, για παράδειγμα για τη λήψη αποφάσεων ή την αξιολόγηση, αλλά δεν μπορεί εύκολα να βοηθήσει πολύ στη χειρωνακτική εργασία, όπως αυτή του φυσικοθεραπευτή ή του νοσηλευτή, εκτός και αν εξελιχθεί πολύ η ρομποτική. Ο κ. Ζαούτης συμφώνησε και επισήμανε την ιδιαίτερη υποστελέχωση της Ελλάδας σε νοσηλευτές, οι οποίοι δεν είναι δυνατόν αυτή την στιγμή να αντικατασταθούν. Ο κ. Παπαναστασίου συμφώνησε και αυτός με τη σειρά του ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει μερικώς στο θέμα της υποστελέχωσης, αλλά η συμβολή της μπορεί να είναι αποτελεσματική, εφόσον είναι επιβλεπόμενη και αξιολογήσιμη από τους γιατρούς, εξοικονομώντας πολύ χρόνο για τους παρόχους πρωτοβάθμιας φροντίδας. Η επόμενη ερώτηση του κοινού αφορούσε την υποκρισία της πολιτικής και το κατά πόσο μπορούμε να μιλάμε για προγνωστική εφαρμογή της Τ.Ν. όταν γίνονται τόσες μετακινήσεις υγειονομικών και νοσηλευτών από την πρωτοβάθμια στην τριτοβάθμια φροντίδα, τη στιγμή που είναι τόσο ελλειμματική η ανίχνευση των συννοσηροτήτων. Ο κ. Παπαναστασίου απάντησε πως αυτό είναι ένα πραγματικό πρόβλημα, το οποίο δεν αφορά μία μόνο κυβέρνηση ή μία μόνο περίοδο. Πρόσθεσε πως σκοπός του Συνεδρίου είναι ακριβώς αυτό: να γίνουν ζυμώσεις και να προκύψουν αποτελέσματα, έτσι ώστε να πιέσουμε την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση, να κινηθούν προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο κ. Σελλής συμφώνησε και επισήμανε ότι οι ψηφιακές τεχνολογίες, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και κατά συνέπεια και η τεχνητή νοημοσύνη έχουν νόημα όταν θέτουμε στόχους. Δεν είναι κάτι που θα έρθει και θα λύσει τα προβλήματα από μόνο του. Πρέπει πρώτα εμείς να ξέρουμε τι θέλουμε να πετύχουμε και μετά θα ακολουθήσουν και οι λύσεις, εάν υπάρχουν, δήλωσε ο κ. Σελλής.

Read More
15 Δεκ

Η οικονομία και το κοινωνικό κράτος σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον – Σ.Τ.

  • Esdy
  • 0 Comment

Η αναγνώριση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει μία κοινωνία αποτελεί το πρώτο καίριας σημασίας βήμα προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισής τους. Στη Στρογγυλή Τράπεζα που συντόνισε η δημοσιογράφος κ. Κάκη Μπαλή συζητήθηκαν οι σοβαρές προκλήσεις που δημιουργούν οι συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες και ανάγκες των πληθυσμών για την οικονομία, τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας και των ασφαλιστικών ταμείων, τη χρηματοδότηση των κοινωνικών προγραμμάτων και, εν τέλει, την κοινωνική συνοχή. Τέλος, διατυπώθηκαν πολλές ενδιαφέρουσες προτάσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των παραπάνω προκλήσεων.

  [gallery columns="6" link="file" ids="12398,12400,12401,12402,12399,12403"]   Η κοινωνική συνοχή στην ελληνική κοινωνία Το γεγονός ότι τα ελληνικά νοικοκυριά επέδειξαν και επιδεικνύουν σε έναν βαθμό μια ανθεκτικότητα απέναντι στις πιέσεις που πυροδότησε το πλέγμα των συνεχών κρίσεων, ανέφερε ο κ. Δημήτρης Παρσάνογλου, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Ε.Κ.Π.Α., αποτελεί έναν δείκτη σχετικής κοινωνικής συνοχής. Η ανθεκτικότητα αυτή, σε στοιχειακό επίπεδο, ασφαλώς στηρίχθηκε στα γνωστά και μη εξαιρετέα οικογενειακά και άλλα δίκτυα κοινωνικής αλληλοϋποστήριξης για τα οποία φημίζονται όλες οι μεσογειακές κοινωνίες, ανάμεσά τους και η ελληνική. Σε μακρο-επίπεδο, ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένες σημαντικές και επίμονες προκλήσεις. Τα δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού δείχνουν ότι, παρά την πρόοδο που σημειώθηκε την τελευταία δεκαετία, πάνω από το ένα τέταρτο του πληθυσμού (26,9%) εξακολουθεί να βρίσκεται σε κατάσταση κίνδυνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Το ποσοστό αυτό τοποθετεί τη χώρα μας στη δεύτερη θέση πανευρωπαϊκά, πίσω από τη Βουλγαρία, η οποία υπερβαίνει το 30%. Όπως είναι λογικό, οι πλέον ευάλωτες κατηγορίες, τουλάχιστον ως προς το καθεστώς απασχόλησης, είναι οι άνεργοι / άνεργες και οι μη οικονομικά ενεργοί/ ενεργές, που υπερβαίνουν το 80% του πληθυσμού 18 ετών και άνω και κινδυνεύουν από φτώχεια. Επομένως, η κοινωνική συνοχή στη χώρα μας διέπεται από σημαντική επισφάλεια. Ένα ζήτημα, το οποίο απασχολεί σήμερα έντονα την ελληνική κοινωνία και πολλές άλλες κοινωνίες, είναι το λεγόμενο «γκριζάρισμα» των κοινωνιών, η έντονη τάση δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού σε όλες τις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες. Το δημογραφικό πρόβλημα σχετίζεται με πολλαπλές όψεις της κοινωνικής πολιτικής και του κοινωνικού κράτους, συμπεριλαμβανομένης και της υγείας. Η αύξηση του μεριδίου των ηλικιωμένων ανθρώπων στο σύνολο του πληθυσμού απαιτεί επανασχεδιασμό των προτεραιοτήτων της κοινωνικής πολιτικής και της κατανομής των προσφερόμενων υπηρεσιών περίθαλψης και φροντίδας. Μία έρευνα που διεξήχθη το 2015-2018, στο πλαίσιο ενός ερευνητικού προγράμματος που εστίαζε στην εργασιακή ανασφάλεια των νέων, πέρα από την ποσοτική αποτύπωση των ασύμμετρων συνεπειών της οικονομικής κρίσης στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, περιλάμβανε και μία ποιοτική έρευνα με τρεις κοόρτες, άτομα 20-25 ετών, 40-45 και 60-65. Αυτό που διαπιστώθηκε ήταν ότι τις περισσότερες προκλήσεις αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι που ήταν μικροί ακόμα για να βγουν στη σύνταξη και πολύ μεγάλοι για να βρουν νέα εργασία, καθώς οι νέοι διέθεταν και διαθέτουν πάντα και την προοπτική της αποδημίας και της εύρεσης εργασίας σε κάποια άλλη χώρα. Η φυγή των νέων, που επιβαρύνει την ούτως ή άλλως επιβαρυμένη συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας και στον πληθυσμό εν γένει, αποκαλύπτει μια άλλη όψη του δημογραφικού προβλήματος με το οποίο είναι αντιμέτωπη η χώρα. Η απώλεια αυτή ανθρώπινου κεφαλαίου δεν προκύπτει τυχαία, αλλά σχετίζεται με την επίμονα δυσανάλογη και εν τέλει αναντίστοιχη ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου σε σχέση με την επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο από την πλευρά της αγοράς εργασίας. Στην πραγματικότητα, τόνισε ο ομιλητής, το ανθρώπινο δυναμικό δεν έχει θεωρηθεί ποτέ στοιχείο επένδυσης στην ελληνική αγορά εργασίας. Η συζήτηση γύρω από το δημογραφικό πρόβλημα, ωστόσο, περιλαμβάνει πολλές φορές τη μετανάστευση και από την αντίθετη φορά, συνήθως ως μια δυνατότητα ορθολογικής αντιμετώπισης της γήρανσης του πληθυσμού και διόρθωσης εν μέρει της σχέσης εργαζομένων-συνταξιούχων. Ο αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων με σχετικά μικρή ή καθόλου αυτονομία αυξάνει και την ανάγκη για ανθρώπους που παρέχουν υπηρεσίες φροντίδας σε ηλικιωμένα άτομα, ένας τομέας στον οποίο γνωρίζουμε ότι οι μετανάστες υπερ-εκπροσωπούνται. Δεδομένων λοιπόν των αυξημένων αναγκών και δεδομένου ότι το «γκριζάρισμα» πλέον δεν αφορά μόνο τον ανεπτυγμένο παγκόσμιο Βορρά, αλλά όλο και μεγαλύτερα τμήματα και του αναπτυσσόμενου παγκόσμιου Νότου, είναι απαραίτητη η ορθολογική ανοιχτότητα σε μακρο-επίπεδο. Η χώρα μας, υπογράμμισε ο κ. Παρσάνογλου, δεν είναι απαραίτητο να συνεχίσει να είναι ένας εξαιρετικά επισφαλής κρίκος στην παγκόσμια αλυσίδα φροντίδας (Global Care Chain), ιδίως όταν τα σημάδια δείχνουν ότι είναι πιθανό η προσφορά εργασίας που υπάρχει τώρα να μειωθεί δραστικά στο άμεσο μέλλον. Βιωσιμότητα του ΕΣΥ και κοινωνικές ανισότητες υγείας Στην εποχή μας, οι δύο σημαντικότερες προκλήσεις στον χώρο της υγείας είναι η βιωσιμότητα των εθνικών συστημάτων υγείας και οι κοινωνικές ανισότητες υγείας, ανέφερε κατά την έναρξη της ομιλίας του ο Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής και Διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής κ. Γιάννης Τούντας. Σύμφωνα με τα ευρήματα δύο μελετών που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, οι βασικές αιτίες των δύο αυτών προκλήσεων είναι η γήρανση του πληθυσμού, το δημογραφικό πρόβλημα, το νέο νοσολογικό πρότυπο που έχει δημιουργηθεί (με την αύξηση των χρονίων νοσημάτων, τις επιδημίες του καρκίνου και των ψυχικών νοσημάτων, τις νέες αναδυόμενες επιδημίες όπως ο COVID, την επιδημία της παχυσαρκίας), καθώς και το αυξανόμενο κόστος περίθαλψης λόγω της ολοένα πιο ακριβής ιατροφαρμακευτικής τεχνολογίας. Οι τρεις αυτές συνιστώσες που χαρακτηρίζουν την περίοδο που διανύουμε, σε συνδυασμό, έχουν ως αποτέλεσμα δύο κυρίως φαινόμενα: την αύξηση της ζήτησης υπηρεσιών υγείας και κατά συνέπεια την αύξηση των δαπανών που απαιτούνται για να ικανοποιηθεί η αυξημένη ζήτηση. Τα δύο αυτά φαινόμενα απειλούν τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας παγκοσμίως. Στη χώρα μας, η συνολική δαπάνη για την υγεία, που κυμαίνεται γύρω στο 8%, είναι λίγο πιο κάτω από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Το κύριο πρόβλημα ωστόσο στην Ελλάδα, υπογράμμισε ο ομιλητής, είναι η κατανομή αυτού του 8% ανάμεσα στις δημόσιες και τις ιδιωτικές δαπάνες (5,5% και 2,5%, αντίστοιχα). Το υψηλό ποσοστό ιδιωτικών δαπανών στη χώρα μας διαλύει τον μύθο περί δωρεάν και καθολικής κάλυψης του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Αυτή η δυσμενής ιδιαιτερότητα της χώρας μας αποτελεί και τη βασική αιτία αφενός του κινδύνου βιωσιμότητας που τίθεται για το ΕΣΥ, λόγω της χαμηλής χρηματοδότησης από τις δημόσιες δαπάνες, αφετέρου των μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων που προκύπτουν λόγω του υψηλού ποσοστού ιδιωτικών δαπανών. Όσον αφορά στις ανισότητες, τα δεδομένα της μελέτης που διεξήχθη έδειξαν πως σε ένα 10% των νοικοκυριών η δαπάνη υγείας υπερβαίνει το επίπεδο που είναι ανεκτό για να είναι βιώσιμα τα οικονομικά ενός νοικοκυριού. Με βάση το επίπεδο εκπαίδευσης, που στη χώρα μας είναι πιο έγκυρο κριτήριο από το εισόδημα όταν θέλουμε να κάνουμε κοινωνική διαστρωμάτωση, συνέχισε ο κ. Τούντας, διαπιστώνουμε πως η διαφορά στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ αυτών που έχουν ανώτερη εκπαίδευση και αυτών που έχουν κατώτερη εκπαίδευση ανέρχεται σε 2,5 χρόνια, ενώ επιπλέον στην ερώτηση αν έχουν πολύ καλή υγεία θετικά απαντούν 36% των ατόμων με ανώτερη εκπαίδευση έναντι 17% των ατόμων με χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης. Στην ύπαρξη χρονίων νοσημάτων η διαφορά είναι επίσης μεγάλη, καθώς χρόνια νοσήματα αναφέρονται από 15% των ατόμων με ανώτερη εκπαίδευση έναντι 43% των λιγότερων εκπαιδευμένων, ενώ μη ικανοποιούμενες ανάγκες υγείας αναφέρει 3,2% των πιο εκπαιδευμένων και 11% από τους λιγότερο εκπαιδευμένους. Οι τεράστιες αυτές διαφορές αποτελούν ουσιαστικά μία βόμβα στα θεμέλια του κοινωνικού κράτους στη χώρα μας, τόνισε ο Καθηγητής. Διατυπώνοντας στη συνέχεια ορισμένες προτάσεις για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι προκλήσεις αυτές, ο κ. Τούντας αναφέρθηκε σε:
  • Αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης του συστήματος υγείας, με αναθεώρηση των προτεραιοτήτων του κρατικού προϋπολογισμού και ενδεχομένως θέσπιση ενός κοινωνικού ΦΠΑ και αξιοποίησης της ιδιωτικής ασφάλισης στα δημόσια νοσοκομεία.
  • Μείωση της σπατάλης, που προκύπτει από την υπολειτουργία αρκετών δομών υγείας καθώς και από το γεγονός πως το ΕΣΥ είναι το μόνο ευρωπαϊκό εθνικό σύστημα υγείας χωρίς δική του κεντρική διοίκηση.
  • Υλοποίηση, έστω και καθυστερημένα, ενός οργανωμένου συστήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, το οποίο θα βοηθούσε πάρα πολύ στην αποσυμφόρηση των νοσοκομείων και στη μείωση του νοσοκομειακού κόστους.
  • Ενίσχυση της πρόληψης, για την οποία τα τελευταία χρόνια γίνεται μια σημαντική προσπάθεια.
  • Αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας, για την οποία επίσης γίνονται βήματα με την ψηφιακή υγεία χάρη και στο Ταμείο Ανάκαμψης.
  • Στοχευμένες πολιτικές, καθώς οι κοινωνικές ανισότητες δεν αντιμετωπίζονται με οριζόντιες πολιτικές, οι οποίες κατά παράδοση ασκούνται στην Ελλάδα, αλλά με κάθετες πολιτικές, με εισοδηματικά κριτήρια.
Για να μπορέσουμε να έχουμε τα επιθυμητά αποτελέσματα, ολοκλήρωσε την παρέμβασή του ο Καθηγητής, είναι απαραίτητο να υιοθετήσουμε ουσιαστικά μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση από αυτή που έχουμε σήμερα. Κοινωνική πολιτική, κράτος πρόνοιας και οικονομία Τη σκυτάλη των ομιλιών έλαβε ο κ. Πάνος Τσακλόγλου, Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών & Μέλος του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος ξεκίνησε την τοποθέτησή του αναφέροντας πως το κράτος πρόνοιας είναι μια δυναμική έννοια, καθώς οι ανάγκες του πληθυσμού μεταβάλλονται στον χρόνο και καλείται να καλύψει όχι μόνο τις παλιές αλλά και τις αναδυόμενες ανάγκες, γεγονός που δημιουργεί πρόβλημα χρηματοδότησης. Ο ρυθμός ανάπτυξης του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη χρηματοδότηση, υπογράμμισε ο ομιλητής. Σύμφωνα με τους οικονομολόγους, η αύξηση του ΑΕΠ εξαρτάται από 3 συνιστώσες: κεφάλαιο, εργασία και, το πιο σημαντικό, αυτό που αποκαλείται total factor productivity (ολική παραγωγικότητα), κάτι στο οποίο παραδοσιακά η χώρα μας δεν έχει καλές επιδόσεις. Όσον αφορά στις επενδύσεις που έχουμε αυτή τη στιγμή στη χώρα μας, συνέχισε, υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ωστόσο σταδιακά αυξάνονται, ενώ παράλληλα βλέπουμε βελτίωση στη δομή των επενδύσεων την οποία έχουμε, η οποία πραγματικά μπορεί να βοηθήσει το ΑΕΠ. Το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα, καθώς και όλο και περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες, εντοπίζεται στην αγορά εργασίας. Στη χώρα μας, υπάρχουν, ωστόσο, ακόμη ανεκμετάλλευτες δεξαμενές, επισήμανε ο κ. Τσακλόγλου, καθώς το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό 4 ομάδων του πληθυσμού -νέοι, γυναίκες, άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και άτομα με αναπηρίες- είναι πολύ χαμηλότερο συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ήδη έχουν εφαρμοσθεί πολιτικές και για τις τέσσερις αυτές ομάδες, με ορισμένες από αυτές να αποδίδουν θεαματικά αποτελέσματα. Κάποια στιγμή ωστόσο οι δεξαμενές αυτές εξαντλούνται και εκεί ανοίγει το ζήτημα της μετανάστευσης. Τα χαρακτηριστικά της επιτυχημένης μετανάστευσης, ανέφερε ο κ. Τσακλόγλου, είναι δύο: Το ένα είναι ότι τα προσόντα των μεταναστών πρέπει να είναι συμπληρωματικά προς τα προσόντα του εγχώριου εργατικού δυναμικού, κάτι που στη χώρα μας συμβαίνει, και το δεύτερο, που είναι αρκετά πιο δύσκολο και απαιτεί περισσότερη προσπάθεια, είναι η ανάγκη να επιτευχθεί και κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών. Στην αγορά εργασίας, συνέχισε ο ομιλητής, παρατηρείται ασυμφωνία μεταξύ αυτού που ζητούν οι επιχειρήσεις και αυτού που παράγει το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Επομένως, αφενός χρειάζονται κάποιες προσαρμογές στο εκπαιδευτικό σύστημα, αφετέρου απαιτείται διαρκής προσπάθεια κατάρτισης και επανακατάρτισης του εργατικού δυναμικού. Σε αυτό το πλαίσιο, το κράτος πρόνοιας παίζει έναν τριπλό και πολύ σημαντικό ρόλο: πρώτον, να παρέχει προστασία σε ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού, δεύτερον, να παρέχει κίνητρα για συμμετοχή στην αγορά εργασίας και, τρίτον, να παρέχει τα μέσα για τη βελτίωση της ποιότητας του ανθρώπινου δυναμικού μας, του ανθρώπινου κεφαλαίου της χώρας. Μέσα σε όλα αυτά, το δημογραφικό πρόβλημα προφανώς αποτελεί μία πολύ μεγάλη πρόκληση. Σύμφωνα, ωστόσο, με το Aging Report, μια πολύ αναλυτική μελέτη που δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Ένωση κάθε τρία χρόνια και εξετάζει τις δημογραφικές συνέπειες της γήρανσης του πληθυσμού σε τέσσερις τομείς -συντάξεις, μακροχρόνια φροντίδα, υγεία και εκπαίδευση- αν η Ελλάδα εφαρμόσει τις πολιτικές τις οποίες έχει ήδη ψηφίσει, θα τα καταφέρει. Σήμερα, το διεθνές πλαίσιο είναι δυσμενές, παρατήρησε ο κ. Τσακλόγλου, καθώς παρατηρείται αφενός ανάσχεση της παγκοσμιοποίησης, η οποία έσωσε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων από την ακραία φτώχεια, αφετέρου περιορισμός του διεθνούς εμπορίου. Μία πρόσθετη πολύ σημαντική απειλή είναι επίσης η κλιματική αλλαγή, η οποία αποτελεί ένα πρόβλημα που λύνεται μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο, δυστυχώς ωστόσο οι τάσεις φαίνεται να δείχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η χώρα μας καλείται να κάνει προσαρμογές προκειμένου να μπορέσει να αντιμετωπίσει με επιτυχία όλες αυτές τις προκλήσεις, ανέφερε ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του ο κ. Τσακλόγλου. Έχουν γίνει βήματα, ωστόσο η προσπάθεια είναι αναγκαίο να συνεχισθεί. Δημοσιονομική βιωσιμότητα Ο κ. Γιώργος Χουλιαράκης, Οικονομικός Σύμβουλος της Διοίκησης στηνΤράπεζα της Ελλάδος και πρώην Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, παρουσίασε τις πιέσεις που αναμένεται να ασκηθούν στον προϋπολογισμό και στη δημοσιονομική βιωσιμότητα εντός της επόμενης δεκαετίας, τις προκλήσεις που, κατά συνέπεια, θα κληθεί να διαχειριστεί το κοινωνικό κράτος, αλλά και κάποιες προτάσεις διαχείρισης αυτών των προκλήσεων προκειμένου να περιφρουρηθεί και να ενισχυθεί περαιτέρω η κοινωνική προστασία. Η δημοσιονομική βιωσιμότητα θα κληθεί να αντιμετωπίσει εντός της επόμενης δεκαετίας τουλάχιστον πέντε μεγάλες προκλήσεις, ανέφερε ο ομιλητής. Η πρώτη προέρχεται από το ασφαλιστικό σύστημα, καθώς η Ελλάδα συνεχίζει να κατευθύνει περίπου 15% του ΑΕΠ ή 30% των πρωτογενών δαπανών του προϋπολογισμού στις συντάξεις. Παρότι οι αναλογιστικές μελέτες, το Aging Report, δείχνουν ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα είναι βιώσιμο, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει απειλές, μία εκ των οποίων προέρχεται από τις πηγές χρηματοδότησης. Υπάρχει μια μεγάλη κατηγορία εργαζομένων, ελευθέρων επαγγελματιών, εξήγησε ο κ. Χουλιαράκης, που επιλέγουν να καταβάλλουν πολύ μικρές ασφαλιστικές εισφορές. Αποτέλεσμα αυτής της τάσης είναι ότι οι συντάξεις που θα έχουν τη δυνατότητα να εισπράξουν, σε μία δεκαετία ή δεκαπενταετία, θα είναι εξαιρετικά χαμηλές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ένα κοινωνικό πρόβλημα μετατρέπεται σε πολιτικό πρόβλημα, καθώς ο προϋπολογισμός θα κληθεί να καλύψει το κενό που δημιουργείται, με προνοιακά επιδόματα και σημαντική αύξηση της κατώτατης σύνταξης. Δεύτερη μεγάλη πρόκληση είναι οι δαπάνες υγείας, όπου διαπιστώνονται τρεις διαφορετικές τάσεις: Η πρώτη είναι προφανώς η δυσμενής τάση στο δημογραφικό, η δεύτερη είναι η σταδιακή αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η τρίτη τάση είναι το γεγονός ότι, ακριβώς επειδή ο πληθυσμός γηράσκει, όλο και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αντιμετωπίζει πολλαπλά χρόνια προβλήματα. Και παράλληλα, νέες θεραπείες και νέα φάρμακα κοστίζουν πολύ περισσότερο από ό,τι κόστιζαν ίσως τα προηγούμενα χρόνια. Τρίτη μεγάλη πρόκληση είναι οι δαπάνες που προκύπτουν από το ορθό αίτημα της πραγματικής σύγκλισης της χώρας με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο σε όρους κατά κεφαλήν ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Η προσπάθεια να μπει η χώρα μας σε δυναμική σύγκλισης προϋποθέτει κυρίως επενδύσεις. Τα τελευταία χρόνια είχαμε το προνόμιο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο ωστόσο λήγει το 2026, επομένως, θα πρέπει να αντικατασταθεί, ώστε η δυναμική των επενδύσεων να συνεχίσει να αυξάνεται από το 15% που βρίσκεται σήμερα προς τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Τέταρτη πρόκληση είναι το δημόσιο χρέος της χώρας. Με την πάροδο του χρόνου, σταδιακά όλο και μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους θα αναχρηματοδοτείται μέσω των αγορών. Αυτό σημαίνει σταδιακή αύξηση του κόστους αναχρηματοδότησης από ένα εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο που βρίσκεται σήμερα, περίπου 1,5%, σε επίπεδα που προσδιορίζει πλέον η αγορά. Κατά συνέπεια, θα αυξηθεί και το μέρος του προϋπολογισμού που θα πρέπει να πηγαίνει για αποπληρωμή τόκων. Τέλος, η πέμπτη μεγάλη πρόκληση αφορά στις αμυντικές δαπάνες, που είναι ήδη πάρα πολύ υψηλές, κοντά στην περιοχή του 4%, αλλά ασκείται πίεση να αυξηθεί στο 5%. Για να μπορέσει η χώρα μας να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις αυτές, πρότεινε ο κ. Χουλιαράκης, θα πρέπει να θέσει πέντε βασικές προτεραιότητες: Πρώτον, να κάνουμε ό,τι μπορούμε ώστε να αυξήσουμε το δυνητικό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν από την περιοχή του 1 με 1,5 στην περιοχή του 2. Για να το πετύχουμε, θα πρέπει να διατηρήσουμε έναν ρυθμό κρίσιμων μεταρρυθμίσεων για όλα τα επόμενα χρόνια και να βρούμε τρόπο να ενισχύσουμε τις δημόσιες δαπάνες εις βάρος των καταναλωτικών δαπανών του δημοσίου. Δεύτερον, είναι πολύ σημαντικό να αυξήσουμε το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών, που είναι από τα πιο χαμηλά στην Ευρώπη, στην περιοχή του 50%, καθώς και τη μερική απασχόληση των γυναικών. Ασφαλώς αυτό χρειάζεται υποδομές, παιδικούς σταθμούς, κοινωνική υποστήριξη. Τρίτη προτεραιότητα είναι η περαιτέρω καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, στην οποία έχουν γίνει σημαντικά βήματα την τελευταία δεκαετία, αλλά υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος. Τέταρτη προτεραιότητα είναι η διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας, που είναι σημαντική για να διατηρούμε το κόστος δανεισμού χαμηλό και να δημιουργούμε χώρο για κοινωνικές δαπάνες. Και τέλος, η πέμπτη προτεραιότητα, κατέληξε ο κ. Χουλιαράκης, περιλαμβάνει την αύξηση των φορολογικών εσόδων ώστε να ενισχύσουμε στοχευμένες δαπάνες, όπως τις δαπάνες του κοινωνικού κράτους, με την επιβάρυνση των σημαντικά πιο εύπορων συμπολιτών μας. Συζήτηση Η συζήτηση που ακολούθησε εστίασε στο ζήτημα της μακροχρόνιας φροντίδας, το οποίο καθίσταται όλο και πιο επιτακτικό δεδομένης της αυξανόμενης γήρανσης του πληθυσμού. Το ζήτημα αυτό αποτελεί σημαντική συνιστώσα του κοινωνικού κράτους, ενώ επιπλέον συνδέεται στενά και με τη μετανάστευση, παρατήρησε η κ. Μπαλή και κάλεσε τους ομιλητές να καταθέσουν τις απόψεις τους. Η ανάγκη για μακροχρόνια φροντίδα αυξάνεται εκθετικά στις γηράσκουσες κοινωνίες, ανέφερε ο κ. Τούντας. Υπάρχουν πολλά πράγματα που θα μπορούσαν να γίνουν και που θα πρέπει να είχαν ήδη γίνει, συνέχισε. Θα έπρεπε να υπάρχει οργανωμένη μετανοσοκομειακή φροντίδα, που δεν έχουμε στη χώρα μας. Θα έπρεπε να υπάρχουν μονάδες για χρόνιους ασθενείς, ώστε να μπορούν να αποσυμφορηθούν τα νοσοκομεία και έτσι να μειωθεί και η νοσοκομειακή δαπάνη. Θα πρέπει επίσης να εκπαιδεύσουμε προσωπικό, αλλά και να κάνουμε κοινωνική πολιτική για να στηρίξουμε τις οικογένειες που έχουν ανάγκη. Από όλες τις δαπάνες που καλύπτει το Aging Report, συμπλήρωσε ο κ. Τσακλόγλου, εκεί που έχουμε τη μεγαλύτερη αβεβαιότητα από όλες είναι στην κοινωνική φροντίδα. Πρόκειται για μία μεγάλη ανάγκη, η οποία θα αυξάνεται με το πέρασμα των χρόνων. Ο σχεδιασμός πολιτικών για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Θα πρέπει να αποφασισθεί εάν θα θέσουμε ως στόχο την Υγιή Γήρανση (Healthy Aging), εάν θα χρηματοδοτηθεί από το κράτος πρόνοιας ή εάν θα είναι κάτι στο οποίο θα έχουμε και ατομική συνεισφορά. Από την άλλη, αυτή τη στιγμή, τη φροντίδα αναλαμβάνουν ουσιαστικά ανειδίκευτα άτομα, αργά ή γρήγορα, ωστόσο, θα χρειαστούμε και κάποια ειδίκευση. Σήμερα, υπάρχουν πάρα πολλές θέσεις εργασίας που δεν καλύπτονται εύκολα γιατί δεν αμείβονται καλά, σχολίασε η κ. Μπαλή και ρώτησε τον κ. Χουλιαράκη κατά πόσο θα ήταν εφικτό να αυξηθούν οι αμοιβές. Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι ταυτόχρονα πολύ δύσκολη και πολύ εύκολη, απάντησε ο κ. Χουλιαράκης. Είναι πολύ εύκολη, γιατί όλοι γνωρίζουμε πως δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις, χρειάζονται πόροι. Και για να μεταφέρεις πόρους από μία χρήση σε μία άλλη, κάποιος άλλος θα εισπράξει λιγότερα. Πρέπει κάποια στιγμή να σκεφτούμε εκ νέου τον τρόπο που κατανέμονται οι πόροι. Οι λύσεις ουσιαστικά είναι τρεις. Η πρώτη, ο δανεισμός, προφανώς αποκλείεται γιατί η χώρα έχει πολύ υψηλό χρέος και έχει την υποχρέωση να το διατηρήσει σε βιώσιμη τροχιά, μειούμενη. Η δεύτερη λύση είναι η ταχύτερη αύξηση του ΑΕΠ ώστε να δημιουργούνται φορολογικά έσοδα. Και η τρίτη λύση είναι η αύξηση της φορολογίας στην κατηγορία των συμπολιτών μας που μπορεί να σηκώσει λίγο μεγαλύτερο βάρος. Η φορολογία θα πρέπει, ωστόσο, να συνδέεται με συγκεκριμένες χρήσεις και να επιβλέπεται με τρόπο απολύτως διαφανή, ώστε να είναι πιο εύκολα αποδεκτή. Στο ζήτημα, ωστόσο, της φροντίδας, θα πρέπει να αναλογισθούμε πως στη χώρα μας υπάρχουν και περίπου 200.000 οικογένειες που φροντίζουν σε μεγάλο βαθμό μόνες τα ηλικιωμένα μέλη τους που έχουν χρόνια προβλήματα υγείας. Το κόστος το υφίστανται οι ίδιες οι οικογένειες, καθώς μέλη της οικογένειας μένουν έξω από την αγορά εργασίας προκειμένου να φροντίζουν τους οικείους τους. Υπάρχει άραγε τρόπος να βοηθήσουμε αυτές τις οικογένειες, ρώτησε ο κ. Χουλιαράκης τον κ. Τούντα. Θα μπορούσαμε να τις βοηθήσουμε, απάντησε ο κ. Τούντας, αν είχαμε οργανωμένη πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Ας μην ξεχνάμε πως η ΠΦΥ, στη διακήρυξή της, είχε τρεις βασικούς στόχους, προτεραιότητες ή τομείς: τον τομέα της θεραπείας, τον τομέα της πρόληψης και τον τομέα της κοινωνικής φροντίδας. Αν αυτό το είχαμε εμπεδώσει και το είχαμε αναπτύξει, έστω και καθυστερημένα, θα απαντούσαμε σε ένα σημαντικό βαθμό στο θέμα που αντιμετωπίζουν αυτές οι οικογένειες. Διατυπώθηκαν αρκετές και ενδιαφέρουσες προτάσεις, παρατήρησε η κ. Μπαλή και ρώτησε τον κ. Παρσάνογλου εάν πιστεύει ότι ένα μείγμα αυτών των προτάσεων θα μπορούσε να συμβάλει στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Το βασικό που χρειάζεται για να διατηρηθεί η κοινωνική συνοχή, απάντησε ο κ. Παρσάνογλου, είναι μια σχετική ευελιξία και να μπορέσει το κράτος να δει τις πραγματικότητες που υπάρχουν στην κοινωνία, αντί να παρακολουθεί από μακριά τις εξελίξεις. Αυτές οι 200.000 οικογένειες, στις οποίες αναφέρθηκε ο κ. Χουλιαράκης, βρίσκουν τρόπους να παρέχουν φροντίδα στα ηλικιωμένα μέλη τους. Χρέος του κοινωνικού κράτους είναι να σκεφτεί πώς μπορεί να ενσωματώσει και να στηρίξει αυτούς τους τρόπους.  

Read More
15 Δεκ

Πώς ο ψηφιακός μετασχηματισμός μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση του συστήματος υγείας – Συνεδρία

  • Esdy
  • 0 Comment

Το ζήτημα του ψηφιακού μετασχηματισμού στον τομέα της υγείας αποτελεί ένα θέμα ιδιαίτερα επίκαιρο, καθώς οι εξελίξεις τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς είναι καταιγιστικές.

Στην εξαιρετικά κατατοπιστική συνεδρία, που διεξήχθη το πρωί της τρίτης ημέρας του Συνεδρίου υπό την προεδρία του κ. Γιάννη Κωτσιόπουλου, Γενικού Διευθυντή του Pharma Innovation Forum Greece & τέως Γ.Γ. του Υπουργείου Υγείας, και της κ. Ελπίδας Φωτιάδου, Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οριζόντιων Δράσεων Ηλεκτρονικής Υγείας στην ΗΔΙΚΑ & Μέλους της Δ.Ε. της HL7 Hellas, συζητήθηκαν οι υψηλές προσδοκίες που φέρει το όλο εγχείρημα, αλλά και οι τρόποι με τους οποίους ο ψηφιακός μετασχηματισμός αναμένεται να συμβάλει σημαντικά στη βελτίωση του συστήματος υγείας.   [gallery columns="5" link="file" ids="12381,12382,12384,12385,12383,12386,12387,12388,12389,12390"] Το έργο της Η.ΔΙ.Κ.Α. Μία σημαντική εξέλιξη που αφορά στην Η.ΔΙ.Κ.Α., ανέφερε στην εισαγωγική ομιλία του ο Πρόεδρος της Η.ΔΙ.Κ.Α. κ. Ιωάννης Καραγιάννης, είναι πως πλέον αλλάζει μορφή και εφεξής μετεξελίσσεται σε έναν φορέα ο οποίος θα εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας και το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης ισότιμα, κάτι που αναμένεται να την κάνει ακόμη πιο λειτουργική και να διευκολύνει τον ρόλο της στην υλοποίηση του ψηφιακού μετασχηματισμού. Η ψηφιακή τεχνολογία μετασχηματίζει ουσιαστικά τον τομέα της υγείας, συνέχισε ο κ. Καραγιάννης, προσφέροντας νέες δυνατότητες στη διάγνωση, τη θεραπεία και την παρακολούθηση των ασθενών. Η Η.ΔΙ.Κ.Α., που έχει αναλάβει την κύρια ευθύνη της υλοποίησης του ψηφιακού μετασχηματισμού της υγείας, έχει ως άμεση προτεραιότητα να φροντίσει να αξιοποιηθούν αυτές τις τεχνολογίες προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα της υγειονομικής φροντίδας. Τα έργα που τρέχει σήμερα η Η.ΔΙ.Κ.Α. είναι έργα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, χρηματοδοτούμενα από το Ταμείο Ανάκαμψης, το ΕΣΠΑ και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Ειδικά όσον αφορά το Ταμείο Ανάκαμψης, παρατήρησε ο ομιλητής, ο όρος «τα έργα που τρέχουν» είναι ουσιαστικός και τυπικός, καθώς απομένουν μόνο λίγοι μήνες μέχρι τη λήξη του χρονοδιαγράμματος προκειμένου να ολοκληρωθούν. Τα σημαντικά αυτά έργα περιλαμβάνουν την ολοκλήρωση του ατομικού ηλεκτρονικού φακέλου υγείας, τον ψηφιακό μετασχηματισμό της διαχείρισης ογκολογικών ασθενών, τη βελτίωση της πληθυσμιακής ετοιμότητας των 127 νοσοκομείων της χώρας, την ηλεκτρονική συνταγογράφηση που έχει εκσυγχρονιστεί και με τη νέα της μορφή είναι πιο γρήγορη, τα εθνικά προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου για τους καρκίνους του μαστού, του τραχήλου της μήτρας και του παχέος εντέρου, αλλά και για τους καρδιαγγειακούς κινδύνους. Υπάρχει επίσης μια σειρά από άλλα έργα, που αναμένεται να ξεκινήσουν άμεσα, όπως το Health Monitoring και το BI-Health, ένα πλέγμα έργων που ουσιαστικά θα προσφέρει ποιότητα και ουσία στην ψηφιακή υγεία. Παράλληλα, η Η.ΔΙ.Κ.Α. συμμετέχει στην υλοποίηση πολλών ευρωπαϊκών προγραμμάτων, όπως το MyHealth EU, που επιτρέπει στα 27 κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παρέχουν υψηλές ποιότητας διασυνοριακές υπηρεσίες υγειονομικής υπηρεσίας στους πολίτες τους. Τρέχει επίσης τα έργα των οριζόντιων παρεμβάσεων στους εποπτευόμενους φορείς του Υπουργείου Υγείας, ένα σύνολο έργων που αναμένεται να αλλάξουν όλη τη δομή της δημόσιας υγείας. Στην ουσία, δήλωσε ο Πρόεδρος της Η.ΔΙ.Κ.Α., η τεχνολογία ανοίγει νέους δρόμους για πιο άμεση και αποδοτική ιατρική, μειώνοντας παράλληλα τις ανισότητες στην πρόσβαση και στην ποιότητα των υπηρεσιών υγείας. Αναφερόμενος στις προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, ο κ. Καραγιάννης υπογράμμισε το ζήτημα του ψηφιακού αποκλεισμού, αναφέροντας πως για να είναι σε θέση οι πολίτες να χρησιμοποιήσουν και να επωφεληθούν από τα νέα ψηφιακά εργαλεία που δημιουργούνται, απαιτείται ψηφιακή εγγραμματοσύνη υγείας και συνεχής εκπαίδευση. Ένα κρίσιμο διακύβευμα που θα μας απασχολήσει στο μέλλον, συνέχισε ο ομιλητής, είναι επίσης η ασφάλεια των δεδομένων, έτσι όπως περιγράφεται στο European Health Data Space, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για τα ιατρικά δεδομένα και τη διαχείριση των δεδομένων. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν αποτελεί μόνο μια τεχνολογική πρόκληση, αλλά και μια κοινωνική ευκαιρία για να βελτιωθεί η ποιότητα των υπηρεσιών υγείας και να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του ΕΣΥ, παρατήρησε ο κ. Καραγιάννης. Σε αυτή την κατεύθυνση, η υιοθέτηση καινοτόμων λύσεων όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η διαχείριση των μεγάλων δεδομένων, η ποιότητα και ομογενοποίηση των δεδομένων και η διαλειτουργικότητα των συστημάτων είναι οι καθοριστικοί παράγοντες που θα ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα και την προσβασιμότητα στο εθνικό σύστημα υγείας. Οι στόχοι που έχουν τεθεί σήμερα, εξήγησε ο ομιλητής, περιλαμβάνουν: βελτίωση στην πρόσβαση και ισότητα που θα μειώνει τις γεωγραφικές κοινωνικές ανισότητες, ενίσχυση της πρόληψης μέσα και από τα προγράμματα που τρέχουν σε συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας και το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, αποτελεσματικότητα και διαφάνεια που θα αυξάνονται όσο όλο και περισσότεροι πολίτες θα αποκτούν άμεση πρόσβαση στον ιατρικό τους φάκελο και στο MyHealth app και θα ενημερώνονται για τις υπηρεσίες υγείας, ενδυνάμωση του πολίτη προκειμένου να γίνει συμμέτοχος στη διαχείριση της υγείας με εργαλεία που ετοιμάζονται, καθώς και αναβάθμιση της υγειονομικής φροντίδας με τις ψηφιακές εφαρμογές και την τηλεϊατρική. Το αποτύπωμα της τεράστιας αυτής προσπάθειας, δήλωσε ολοκληρώνοντας την εισήγησή του ο κ. Καραγιάννης, θα είναι ένα υγειονομικό σύστημα προσαρμοσμένο στις ανάγκες της κοινωνίας, που θα ενισχύει την ποιότητα ζωής των πολιτών και τη συνολική βιωσιμότητα της δημόσιας υγείας και του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Η ψηφιακή εποχή στην υγεία δεν είναι απλώς μια τεχνολογική εξέλιξη, αλλά μια ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο με τον οποίο παρέχουμε υγειονομική φροντίδα, ώστε να το κάνουμε πιο αποτελεσματικά και τελικά πιο ανθρώπινα. Τα έργα που τρέχει η Η.ΔΙ.Κ.Α. είναι πολύ σημαντικά, συμφώνησε η κ. Φωτιάδου. Ασφαλώς, για να έχουν όλα αυτά που υλοποιούμε απήχηση, χρήση και προστιθέμενη αξία, είναι απαραίτητο να υπάρχει συνεργασία και συν-σχεδιασμός με όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες, επαγγελματίες υγείας, ασθενείς, ερευνητές, καθώς πλέον περνάμε και στη δευτερογενή χρήση των δεδομένων που συλλέγονται. Στον σχεδιασμό του Φακέλου Υγείας για παράδειγμα, υπήρξε στενή συνεργασία τόσο με τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο όσο και με τον Σύλλογο Ασθενών Ελλάδος. Από τη διαχείριση της ασθένειας στην ολιστική φροντίδα υγείας Η βελτίωση που έχει σημειωθεί σήμερα σε διάφορες διαδικασίες με τη χρήση των νέων ψηφιακών εργαλείων, σε σύγκριση με λίγα χρόνια πριν, κατά την περίοδο της πανδημίας, είναι πραγματικά εντυπωσιακή, παρατήρησε ο κ. Παναγιώτης Αρκουμανέας από την PwC, φέρνοντας το παράδειγμα της συλλογής δεδομένων για την επιδημιολογική επιτήρηση του COVID. Ο COVID, εξήγησε ο ομιλητής, συντέλεσε πάρα πολύ σε δύο σημαντικές εξελίξεις: (α) έφερε τον ψηφιακό μετασχηματισμό πολλαπλασιαστικά σε όλη τη χώρα και προφανέστατα στο σύστημα υγείας και (β) άλλαξε τις απαιτήσεις που έχουν οι πολίτες από ένα σύστημα υγείας. Σήμερα, βλέπουμε πλέον την υλοποίηση 14 μεγάλων ψηφιακών πρωτοβουλιών που είχαν σχεδιασθεί. Κάποια από τα έργα αυτά έχουν ήδη υλοποιηθεί και σίγουρα μέσα στο 2026 θα έχουν ολοκληρωθεί και θα είναι σε λειτουργία, καθώς τα πιο πολλά χρηματοδοτούνται και από το Ταμείο Ανάκαμψης. Επομένως, το 2026 θα μιλάμε για μια πραγματική ψηφιακή επανάσταση στον χώρο της υγείας. Ωστόσο, τόνισε ο κ. Αρκουμανέας, ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν θα πρέπει απλά να κάνει μια αναβάθμιση του υπάρχοντος συστήματος, το οποίο έχει σχεδιασθεί με βάση τα δεδομένα, τις ανάγκες και τις τεχνολογίες που υπήρχαν πριν 10, 20 και 30 χρόνια. Το σύστημα, που αυτή τη στιγμή είναι προσαρμοσμένο εξ ολοκλήρου στη διαχείριση της ασθένειας, θα πρέπει να αλλάξει και να μετεξελιχθεί σε ένα ολιστικό οικοσύστημα, που θα ξεκινάει από τη γέννηση του ανθρώπου και θα στηρίζεται στην πρόληψη. Διαδικτύωση, πρόληψη, πρόβλεψη, τεχνολογίες, AI, διαλειτουργικότητες, πλατφόρμες, apps, όλα θα πρέπει να συντείνουν στην ανάπτυξη ενός Life Care μοντέλου. Η λογική ότι κοιτάμε μόνο την ασθένεια θα πρέπει να αλλάξει και να δημιουργηθεί ένα ολιστικό σύστημα φροντίδας. Η ψηφιακή τεχνολογία με τις εφαρμογές της θα μπορεί να κάνει την πρόβλεψη ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται στην καθημερινότητά του και να τον προειδοποιεί ώστε να κάνει κάποιες εξετάσεις, κάποιες ενέργειες και να αλλάξει κάποια πράγματα πολύ πριν ασθενήσει, κάτι που προφανώς θα έχει μεγάλη επίπτωση στον ίδιο και στην υγεία του και, προφανώς, θα έχει σημαντικές θετικές επιπτώσεις και στα οικονομικά της υγείας. Το σύστημα φροντίδας που θα υπάρχει στα επόμενα 10 χρόνια δεν θα είναι επικεντρωμένο σε μεγάλες δομές νοσοκομείων, αλλά θα βασίζεται σε όλες αυτές τις τεχνολογίες, θα είναι Life Care και θα βρίσκεται σε κάθε πτυχή της ζωής μας («wherever life happens»), κατέληξε ο κ. Αρκουμανέας. Προσφέροντας υγεία στο μέλλον μας Για να μπορέσουμε να αξιολογήσουμε το σήμερα και να σχεδιάσουμε το αύριο πρέπει να ξεκινήσουμε κατανοώντας πάρα πολύ καλά το χθες, παρατήρησε ο κ. Νίκος Ιωσήφ, Διευθύνων Σύμβουλος της BRAINS ICS και Πρόεδρος του Οργανισμού Human Health Intelligence (ΗΗΙ). Ο μεγαλύτερος καταναλωτής υπηρεσιών υγείας στην κοινωνία, ξεκίνησε την εισήγησή του ο κ. Ιωσήφ, είναι αδιαμφισβήτητα η Ελληνίδα μητέρα. Συγκρίνοντας πώς λειτουργούσε μία Ελληνίδα μητέρα μέχρι το 2019-2020, μέχρι την έλευση του COVID, και πώς λειτουργεί σήμερα, ο ομιλητής εξήγησε πως το σύστημα υγείας έχει σήμερα μετασχηματισθεί σε μεγάλο βαθμό, βελτιώνοντας σημαντικά την καθημερινότητα και τη φροντίδα υγείας του πολίτη. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της υγείας, με τα πολύτιμα εργαλεία που έχουν ήδη αναπτυχθεί, προσφέρει έγκαιρη και προσβάσιμη από όλους πληροφορία, διευκόλυνση της πρόσβασης των χρηστών υπηρεσιών υγείας σε ιατρούς, μείωση του χρόνου αναμονής για ραντεβού, μείωση της επιβάρυνσης για τους χρήστες των υπηρεσιών υγείας, ενώ επιπλέον διευκολύνει σημαντικά το έργο των επαγγελματιών υγείας. Σήμερα, εξήγησε ο ομιλητής, πολλές από τις υπηρεσίες -από την ιατρική επίσκεψη και την ιατρική εξέταση έως την παρακολούθηση ενός χρονίως πασχόντα- είναι πλέον ψηφιακές. Μέρος της ιατρικής εξέτασης μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της τηλεϊατρικής, μέρος της ιατρικής επίσκεψης μπορεί να γίνει με τηλεσυμβουλευτική και μέρος της απομακρυσμένης παρακολούθησης χρόνιων πασχόντων ή ογκολογικών ασθενών μπορεί να πραγματοποιηθεί με τηλεσυνεδρία. Εκτός όμως από την πληθώρα ψηφιακών υπηρεσιών που διαθέτουμε, συνέχισε ο κ. Ιωσήφ, έχουμε και δύο δομικά επιτεύγματα: έχουμε ήδη αποτελεσματική διαχείριση πρωτογενών δεδομένων υγείας μέσω του Εθνικού Ηλεκτρονικού Φάκελου Υγείας και σε λίγο καιρό θα έχουμε και δομημένη διαχείριση δευτερογενών δεδομένων υγείας μέσω του έργου Health Monitoring που είναι σε εξέλιξη και θα ολοκληρωθεί εντός του 2026. Πλέον οι πολιτικές υγείας της χώρας δεν θα είναι ούτε assumption-based ούτε study-based· θα είναι evidence-based, τόνισε ο ομιλητής. Όλο αυτό δημιουργεί ουσιαστικά μια νέα πραγματικότητα τόσο για τον πολίτη, όσο και για τον επαγγελματία υγείας και για το σύστημα υγείας. Δεν είμαστε ακόμη στην επόμενη μέρα, παρατήρησε ο κ. Ιωσήφ ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, είμαστε όμως στην ημέρα που δημιουργούμε την υποδομή για την επόμενη μέρα. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός είναι η υποδομή για το νέο ΕΣΥ. Τα διασυνδεδεμένα πλέον, δομημένα, αξιόπιστα και ασφαλή δεδομένα, το πλήθος ψηφιακών υπηρεσιών και η ασφαλής ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών θα μας επιτρέψουν να περάσουμε από ένα σύστημα που ήταν κατακερματισμένο και αντιδραστικό σε ένα σύστημα που θα είναι ενοποιημένο, proactive και θα έχει στο επίκεντρο τον πολίτη. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν προσφέρει επομένως μόνο μέλλον στην υγεία, στην πραγματικότητα προσφέρει και υγεία στο μέλλον μας. Η προστιθέμενη αξία της ΤΝ για το σύστημα υγείας Τη σκυτάλη των ομιλιών έλαβε η κ. Άντζελα Σπαθάρου, επικεφαλής των Υπηρεσιών Συστημάτων Υγείας για την IBM σε Ευρώπη, Μέση Ανατολική Αφρική & Μέλος της Διεθνούς Ηγεσίας της IBM στα ζητήματα αυτά. Η IBM έχει πραγματοποιήσει σημαντική έρευνα τα τελευταία χρόνια, τόσο στο θέμα της τεχνητής νοημοσύνης, όσο και στο θέμα του συστήματος υγείας συγκεκριμένα, ανέφερε η κ. Σπαθάρου. Ένα μεγάλο μέρος της έρευνας αυτής αφορούσε το αν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πραγματικά να δώσει αξία στο σύστημα υγείας σε τρεις τομείς: στο κλινικό κομμάτι, στο επιχειρησιακό κομμάτι και στις back office υπηρεσίες που στηρίζουν τον μηχανισμό υγείας. Τα ευρήματα έδειξαν ότι η προστιθέμενη αξία ήταν πολύ μεγαλύτερη στις back office υπηρεσίες, σημαντική στο επιχειρησιακό κομμάτι και -για καλούς λόγους- όχι τόσο σημαντική στο κλινικό κομμάτι, όπου στις περισσότερες περιπτώσεις η τεχνητή νοημοσύνη δίνει μια δεύτερη γνώμη στον ιατρό αλλά δεν τον αντικαθιστά. Παραθέτοντας παραδείγματα εξαιρετικά επιτυχημένης εφαρμογής και χρήσης των ψηφιακών εργαλείων και υπηρεσιών στην Αγγλία, τη Σιγκαπούρη, την Κίνα και διάφορες χώρες της Ευρώπης, η κ. Σπαθάρου εστίασε στην περίπτωση της Εσθονίας, μια μικρής χώρας η οποία εδώ και 15 και χρόνια έχει επενδύσει πολύ στην ψηφιοποίηση του δημοσίου συστήματος γενικά και της υγείας συγκεκριμένα. Στην Εσθονία υπάρχουν ήδη σήμερα, ανέφερε η ομιλήτρια, κοινές δομές και κοινό patient identifier -που πολλά συστήματα δεν το έχουν- ενώ επιπλέον υπάρχει κατακερματισμός των δεδομένων (fragmentation of data) και όλα τα δεδομένα είναι ψηφιοποιημένα. Η χώρα έχει επενδύσει πολύ στην ασφάλεια των δεδομένων υγείας και διαθέτει ένα σύστημα ασφάλειας δεδομένων με χρήση blockchain το οποίο θεωρείται αρκετά προηγμένο. Το σύστημά τους προσφέρει τη δυνατότητα στους πολίτες να μάθουν πολύ γρήγορα αν πρέπει να επισκεφθούν ιατρό, φαρμακοποιό ή να απευθυνθούν στο νοσοκομείο, ενώ επιπλέον υπάρχει παρακολούθηση μέσω AI agents, που στέλνουν υπενθυμίσεις και συμπληρώνουν το ιστορικό τους. Μπορεί κάποιος να σκεφθεί, ολοκλήρωσε την ομιλία της η κ. Σπαθάρου, πως η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης είναι κάτι δύσκολο, που περιλαμβάνει πολλές συνιστώσεις, regulation, governance, clinical risk, litigation, και ίσως είναι καλύτερα να το αναλάβει κάποιος άλλος ή να γίνει πιο μετά. Δεν γίνεται, ωστόσο, να το αναβάλλουμε, γιατί δεν είναι κάτι που ανήκει στο μέλλον, είναι ήδη εδώ. Το ρίσκο δεν είναι να κάνουμε κάτι με την τεχνητή νοημοσύνη, το ρίσκο είναι να μην το κάνουμε. Έχουμε κάνει σίγουρα πολλά βήματα, αλλά για να φτάσουμε σε ένα σύστημα το οποίο είναι αντίστοιχο της Εσθονίας έχουμε να κάνουμε πολλή δουλειά ακόμη σε πολλά πεδία, σχολίασε ο κ. Κωτσιόπουλος, ευχαριστώντας την κ. Σπαθάρου και δίνοντας τον λόγο στον επόμενο ομιλητή. Αλγόριθμοι ΤΝ στην υπηρεσία της υγείας Την τελευταία πενταετία η τεχνητή νοημοσύνη έχει καταφέρει να ξεπεράσει την ανθρώπινη επίδοση σε πολλούς τομείς, ανέφερε ο κ. Λευτέρης Μανιάτης από την AstraZeneca, φέρνοντας ως παράδειγμα τα μαθηματικά. Η διερεύνηση και αξιολόγηση της επίδοσης των αλγόριθμων ΤΝ στο πεδίο των ιατρικών γνώσεων έδειξε πως η βαθμολογία τους σε εξετάσεις τύπου USMLE ήταν γύρω στο 90%, βαθμολογία που αντιστοιχεί περίπου στο top 5 με 10% των φοιτητών ιατρικής που δίνουν αυτές τις εξετάσεις. Επομένως, παρατήρησε ο ομιλητής, οι αλγόριθμοι αυτοί φαίνεται να έχουν ιατρικές γνώσεις και θα μπορούσαν να έχουν μία πληθώρα εφαρμογών, για τη μείωση της γραφειοκρατίας, τη διαφοροδιάγνωση σπανίων νοσημάτων, την εκπαίδευση του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού και, φυσικά, τη φαρμακευτική έρευνα και πολλά άλλα. Στη διαφοροδιάγνωση, οι εξειδικευμένοι αυτοί οι αλγόριθμοι μπορούν πλέον να ξεπεράσουν τους ιατρούς, ιδιαίτερα σε πιο δύσκολα διαφοροδιαγνωστικά περιστατικά, πιο σπάνιες ασθένειες. Επιπλέον, παραδόξως, οι αλγόριθμοι αυτοί είναι καλύτεροι στην ενσυναίσθηση ή μάλλον ακριβέστερα στο πώς ο ασθενής αντιλαμβάνεται την ενσυναίσθηση που εισπράττει. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης που πραγματοποιήθηκε, οι απαντήσεις όλων των αλγόριθμων, των μοντέλων Claude, στην παρούσα περίπτωση, των μοντέλων της Anthropic, υπερτερούσαν έναντι των απαντήσεων των ιατρών όσον αφορά στην αντιλαμβανόμενη από τους ασθενείς ενσυναίσθηση (perceived empathy) που εισέπραξαν. Στην ιατροφαρμακευτική έρευνα σημαντικό ρόλο έχουν τα LLMs, που είναι μεγάλα μοντέλα, τα λεγόμενα foundation models. Τα μοντέλα αυτά εμφανίζονται όλο και περισσότερο και στον τομέα της υγείας, «εκπαιδεύονται» με ανωνυμοποιημένα δεδομένα ασθενών, και μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά την κλινική πράξη και την ιατροφαρμακευτική έρευνα. Για παράδειγμα, εξήγησε ο κ. Μανιάτης, ένα μοντέλο «εκπαιδευμένο» σε ιστοπαθολογικές εικόνες και γενομικά δεδομένα ασθενών, μπορεί να προβλέψει mutational statuses χωρίς μοριακό έλεγχο, καθώς επίσης και να προβλέψει την ανταπόκριση σε θεραπείες, κάτι το οποίο είναι αρκετά εντυπωσιακό. Σήμερα, η χρήση των αλγορίθμων αυτών δεν αποτελεί πλέον απλά μία ακαδημαϊκή άσκηση, καθώς ήδη βλέπουμε ψηφιακούς βιοδείκτες, AI βιοδείκτες, να εμφανίζονται σε κλινικές μελέτες. Αυτή τη στιγμή, πρόσθεσε ο ομιλητής, υπάρχουν κλινικές μελέτες οι οποίες ελέγχουν αν ένας αλγόριθμος μπορεί να βοηθήσει την επιλογή ασθενούς για μια συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή, χρησιμοποιώντας στην προκειμένη περίπτωση ιστοπαθολογικές εικόνες. Επομένως, δεν είναι μακριά ο χρόνος που θα κληθούμε να εφαρμόσουμε τους αλγορίθμους αυτούς στην κλινική πράξη, παρατήρησε ο κ. Μανιάτης. Ασφαλώς, παρά την μεγάλη πρόοδο που υπάρχει, η ανθρώπινη επίβλεψη παραμένει απαραίτητη, οπότε καλό είναι να υπάρχει από τώρα ένας διάλογος για το πώς μπορούμε να χρησιμοποιούμε υπεύθυνα και με ασφάλεια αυτές τις τεχνολογίες. Το έργο του Υπουργείου Υγείας Ο Ευρωπαϊκός Χώρος Δεδομένων Υγείας (European Health Data Space, EHDS) είναι ο κανονισμός ο οποίος θα μας βοηθήσει στη διακυβέρνηση των δεδομένων υγείας και τώρα, αλλά και στο μέλλον για αρκετά από τα επόμενα χρόνια, ξεκίνησε την τοποθέτησή του ο κ. Βασίλης Κουτσιουρής, από τη Γενική Γραμματεία Στρατηγικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Υγείας. Ο EHDS θέτει ουσιαστικά τους κανόνες τόσο για την πρωτογενή όσο και για τη δευτερογενή χρήση των δεδομένων υγείας. Από το 2027, συνέχισε ο κ. Κουτσιουρής, καλούμαστε να έχουμε θεσμοθετήσει και ορίσει κάποιες συγκεκριμένες διαδικασίες και φορείς, ώστε να μπορούν όλες οι εφαρμογές και τα δεδομένα που χρησιμοποιούμε να είναι συμβατά όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά και με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης και του κόσμου. Το Υπουργείο Υγείας, που αποτελεί την Εθνική Αρχή Ψηφιακής Υγείας στη χώρα μας, προετοιμάζει τη χαρτογράφηση των διαθέσιμων συνόλων δεδομένων υγείας ώστε να μπορέσουν να λειτουργήσουν όλες οι εφαρμογές, καθώς και την ψηφιακή υποδομή του φορέα πρόσβασης σε δεδομένα υγείας, το εφαρμοστικό πλαίσιο για την πρωτογενή και τη δευτερογενή χρήση δεδομένων. Επιπλέον, ανέφερε ο κ. Κουτσιουρής, το Υπουργείο Υγείας ορίζει και θεσπίζει τους φορείς πρόσβασης στα δεδομένα, τους κατόχους δεδομένων υγείας και τα μέσα για τη διευκόλυνση των χρηστών δεδομένων. Τέλος, συμμετέχει στην Επιτροπή του European Health Data Space για τις εκτελεστικές και εφαρμοστικές πράξεις (το EHDS Comitology), σε συνεργασία με το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, στην ανάπτυξη ευρωπαϊκών κατευθυντήριων οδηγιών, στην Κοινότητα Πρακτικής του EHDS και στο eHealth Network. Περιγράφοντας τη δομή λειτουργίας του Greek Health Data Access Body, ο ομιλητής ανέφερε πως ουσιαστικά διαθέτει τον εθνικό κατάλογο των συνόλων των δεδομένων και είναι υπεύθυνο για τη δημιουργία όλων των απαραίτητων υποσυστημάτων για την ασφαλή επεξεργασία των δεδομένων και για τον έλεγχο και την εξυπηρέτηση των αιτήσεων που λαμβάνονται για data sets, καθώς και για τις διασυνοριακές υπηρεσίες και τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων. Φυσικά, πρόσθεσε, όλοι αυτοί οι Οργανισμοί διασυνδέονται μεταξύ τους, παρουσιάζοντας στη συνέχεια ένα σχεδιάγραμμα σχετικά με το πώς η Κοινότητα σχεδιάζει την εφαρμογή του EHDS σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με το EU Contact Point. Τα επόμενα βήματα στο Υπουργείο Υγείας, συνέχισε ο κ. Κουτσιουρής, είναι η ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου με την αξιολόγηση της υπάρχουσας εθνικής νομοθεσίας, η αναλυτική αποτύπωση των φορέων που κατέχουν τα δεδομένα και των εθνικών συνόλων δεδομένων, καθώς και η αποσαφήνιση των ρόλων των δημοσίων αρχών και των εμπλεκόμενων φορέων σε όλο αυτό το οικοσύστημα το οποίο δημιουργείται. Το μοντέλο διακυβέρνησης και τεχνικής υποδομής σχεδιάζεται ώστε να είναι πλήρως εναρμονισμένο με τις απαιτήσεις του EHDS, διευκρίνισε ο ομιλητής. Όσον αφορά στον ορισμό των φορέων πρόσβασης στα δεδομένα υγείας, το Υπουργείο Υγείας θα διατηρήσει τον ρυθμιστικό και τον εποπτικό του ρόλο, ενώ την τεχνική και επιχειρησιακή αρμοδιότητα θα έχει η Η.ΔΙ.Κ.Α. που πλέον μετεξελίσσεται. Τέλος, θα έχουμε την επέκταση του έργου GR-HDAB, με την ενίσχυση της ποιότητας των εθνικών δεδομένων υγείας, τη δημιουργία του συστήματος διαχείρισης επιλογής αποχώρησης και την ανάπτυξη του εθνικού portal του GR-HDAB, όπου θα συλλέγονται όλα τα data sets και να φαίνεται ποια είναι διαθέσιμα προς χρήση. Επομένως, έχουμε το όραμα, έχουμε τις εφαρμογές AI, θα έχουμε και τα δεδομένα. Βρισκόμαστε σε καλό δρόμο, ανέφερε ο κ. Κωτσιόπουλος, καλώντας στη συνέχεια στο βήμα τον εκπρόσωπο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης κ. Γ. Δαφούλα να μιλήσει για τα επόμενα βήματα του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Το έργο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης Στην Ελλάδα, επειδή έχουμε μείνει πάρα πολύ πίσω, κάνουμε αυτό που αποκαλείται «leapfrogging», κάνοντας ταυτόχρονα πάρα πολλά πράγματα, ανέφερε ο κ. Γεώργιος Δαφούλας, ειδικός συνεργάτης του υπουργού για θέματα ψηφιακής υγείας στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης. Η επένδυση είναι τεράστια -πάνω από 250 εκατομμύρια- και η αλλαγή που θα βιώσει το ΕΣΥ το 2026 θα αποτελεί πραγματικά ένα ψηφιακό άλμα. Το ψηφιακό άλμα, εξήγησε ο κ. Δαφούλας, παραδοσιακά έχει δύο χαρακτηριστικά: το πρώτο, που είναι θετικό, είναι ότι αποφεύγεις τα λάθη των άλλων, επιλέγοντας απευθείας την ώριμη λύση, και το δεύτερο είναι το πολιτιστικό σοκ που βιώνει ο Οργανισμός - και το ΕΣΥ το 2026 θα βιώσει πραγματικά ένα πολιτιστικό σοκ, για το οποίο πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι. Το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης φιλοδοξεί να ανταποκριθεί σε αυτές ακριβώς τις προκλήσεις. Η εθνική ψηφιακή στρατηγική για την Υγεία έχει θέσει ως στόχους:
  • Τη βελτίωση της ψηφιακής εμπειρίας του πολίτη στην Υγεία, μέσα από την ανάπτυξη νέων ψηφιακών υπηρεσιών και την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών υγείας.
  • Τη διακυβέρνηση της Ψηφιακής Υγείας, μέσα από τη δημιουργία θεσμοθετημένου πλαισίου λειτουργίας των ψηφιακών υπηρεσιών υγείας.
  • Τη διακυβέρνηση των εθνικών προδιαγραφών ηλεκτρονικής υγείας, μέσα από το Εθνικό Πλαίσιο Διαλειτουργικότητας στην Υγεία και Πιστοποίηση Ιατρικών Εφαρμογών.
  • Την αναβάθμιση των υποδομών ηλεκτρονικής υγείας στα σημεία παροχής υπηρεσιών υγείας, μέσα από την αναβάθμιση της ψηφιακής ωριμότητας των μονάδων υγείας με σκοπό την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών.
  • Τη διασφάλιση της ιδιωτικότητας και της προστασίας των δεδομένων υγείας από κακόβουλη και άσκοπη χρήση.
  • Τη δικτύωση όλων των κοινωνικών εταίρων στην ηλεκτρονική υγεία, με σκοπό τη συνεχή διαβούλευση
  • Την προώθηση της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας στην ηλεκτρονική υγεία, μέσα από την εισαγωγή νέων καινοτόμων τεχνολογιών στο ΕΣΥ.
Έχουν γίνει ήδη πολλά πράγματα, υπάρχουν ωστόσο πολλά ακόμη που πρέπει να γίνουν, συνέχισε ο κ. Δαφούλας. Πρέπει να υπάρχει benchmarking, πρέπει να αποζημιώνονται ψηφιακοί βιοδείκτες και εφαρμογές για την υγεία (health apps) ώστε να εισάγουμε καινοτομίες, καθώς αν δεν αποζημιώνονται, θα πρέπει να αποτελούν ίδια δαπάνη του πολίτη/ασθενή, συνεπώς κάποιοι δεν θα μπορούν να τα πληρώσουν. Όλα αυτά είναι πράγματα τα οποία θα πρέπει να συζητήσουμε την επόμενη ημέρα του ΕΣΥ, ώστε να αξίζει η πραγματικά υπεράνθρωπη προσπάθεια και επένδυση που έχει γίνει. Συζήτηση Αφού ευχαρίστησε όλους τους ομιλητές για τις τοποθετήσεις τους, ο κ. Κωτσιόπουλος τους κάλεσε να σταχυολογήσουν δύο-τρία πράγματα που πιστεύουν πως θα πρέπει να γίνουν στο άμεσο μέλλον προκειμένου να επιταχυνθεί ο ψηφιακός μετασχηματισμός. Καταρχάς, είπε ο κ. Αρκουμανέας, θα πρέπει να συνεχισθεί η χρηματοδότηση και μετά το Ταμείο Ανάκαμψης. Δεύτερον, να συνεχισθεί το έργο της Η.ΔΙ.Κ.Α., που αδιαμφισβήτητα είναι ο κορμός όλης αυτής της προσπάθειας ψηφιακού μετασχηματισμού, όσον αφορά στα δεδομένα. Και ένα τρίτο σημείο, πρόσθεσε, αφορά την εκπαίδευση και την αλλαγή της κουλτούρας και του ιδιωτικού τομέα. Πρέπει όλοι μαζί να βοηθήσουμε αυτό το οικοσύστημα να προχωρήσει μπροστά. Είναι σημαντικό επίσης να αναπτύξουμε και χρήστες, ανέφερε ο κ. Ιωσήφ, διότι αυτή τη στιγμή αναπτύσσουμε λύσεις χωρίς χρήστες. Ακόμα και το μεγαλύτερο έργο της χώρας, ο Εθνικός Φάκελος Υγείας, έχει μόνο 1.300.000 χρήστες, υπολειπόμαστε πολύ από το σύνολο του πληθυσμού. Επιπλέον, πρέπει να αποκτήσουμε ένα εθνικό σχέδιο, καθώς, αν και γίνονται πολλές προσπάθειες, δεν είναι συντονισμένες κάτω από ένα εθνικό σχέδιο. Πρέπει να δημιουργηθεί επίσης ένα πλαίσιο συνεχούς εκπαίδευσης, των χρηστών, των επαγγελματιών υγείας και όλων όσοι στελεχώνουν τον τομέα υγείας, ώστε να χρησιμοποιήσουν αυτές τις τεχνολογίες, διότι κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε σε μια κοινωνία πολλών ταχυτήτων. Τέλος, είναι πολύ σημαντικό να λάβουμε μια θεμελιώδη απόφαση. Δεν προλαβαίνουμε να οικοδομήσουμε την ασφάλεια για να παραγάγουμε πρόοδο. Πρέπει να αγκαλιάσουμε την πρόοδο και η ασφάλεια να παραχθεί με μια μικρή καθυστέρηση. Πρώτα φτιάχνεις αμάξια και μετά κώδικα οδικής κυκλοφορίας, όχι το αντίστροφο, κατέληξε ο κ. Ιωσήφ. Συμφωνώντας με όλα τα προηγούμενα, η κ. Σπαθάρου είπε πως θα πρέπει επίσης να προσπαθήσουμε, πρώτον, να δώσουμε ισότιμη πρόσβαση στον κόσμο που είναι σε αγροτικές περιοχές και νησιά μέσα από την ψηφιοποίηση και, δεύτερον, να χρησιμοποιήσουμε την ψηφιοποίηση για να υλοποιήσουμε στην πράξη αυτό που λέγεται διαχείριση των χρονίων νοσημάτων (chronic disease management). Επιπλέον, το σύστημα υγείας πρέπει να δημιουργήσει ένα οικοσύστημα καινοτομίας (innovators), Έλληνες, ελληνικές εταιρείες, νέους ανθρώπους που ζουν εδώ και θέλουν να προσφέρουν, και να δημιουργήσει λύσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα. Τέλος, πρόσθεσε, χρειάζεται εγγραμματοσύνη, εκπαίδευση των γιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού σε θέματα τεχνητής νοημοσύνης και όχι μόνο, γιατί και τα δεδομένα είναι σημαντικά. Πρώτον, παρατήρησε ο κ. Μανιάτης, πρέπει οι πολίτες, οι ιατροί και οι νοσηλευτές να καταλάβουν γιατί όλη αυτή η προσπάθεια είναι σημαντική, τι οφέλη θα έχουμε, σε τι στοχεύουμε. Αυτό ίσως ενέχει και μια «θετική ενίσχυση» γι’ αυτό που αποκαλούμε AI ready data, γιατί οι αλγόριθμοι ΤΝ χρειάζονται καλά δεδομένα. Το μεγάλο πρόβλημα που έχουμε αυτή τη στιγμή είναι ότι προσπαθούμε να μετατρέψουμε τα δεδομένα ώστε να μπορούν να λειτουργήσουν, κάτι που μπορεί να προληφθεί έως σε ένα σημείο, όταν εξαρχής καταγράφονται τα δεδομένα σωστά, ώστε να αξιοποιηθούν αργότερα. Επίσης, απαιτείται διακυβέρνηση. Ήδη υπάρχουν πολλές πρωτοβουλίες που προσπαθούν να πλαισιώσουν κάπως το πώς πρέπει να σκεφτόμαστε στο AI, πώς πρέπει να σκεφτόμαστε για AI που απευθύνεται στους ασθενείς (patient-facing), πώς πρέπει να σκεφτόμαστε για AI που απευθύνεται στους γιατρούς (physician-facing), πώς πρέπει να σκεφτόμαστε για AI βιοδείκτες. Θα πρέπει να φέρουμε αυτές τις συζητήσεις και στην Ελλάδα. Σήμερα υπάρχουν ήδη αρκετές εφαρμογές, παρατήρησε ο κ. Κουτσιουρής, χρειαζόμαστε ωστόσο την ανάπτυξη ικανοτήτων (capacity building) και να δούμε πού απευθύνονται οι εφαρμογές. Οι εφαρμογές πρέπει να στοχεύουν και στους ανθρώπους που τις έχουν πραγματικά ανάγκη. Επιπλέον, βλέπουμε την Αμερική και την Κίνα να έχουν εξελιχθεί πάρα πολύ στην αξιοποίηση των δεδομένων σε σχέση με την Ευρώπη, συμπλήρωσε ο κ. Κουτσιουρής. Πλέον, με το European Health Data Space μάς δίνεται η δυνατότητα να καλύψουμε αυτό το κενό. Επειδή η εξέλιξη της τεχνολογίας σίγουρα προχωράει πολύ πιο γρήγορα σε σχέση με την καμπύλη αποδοχής από τη μεριά των ασθενών και των χρηστών και ακόμα πιο γρήγορα σε σχέση με την καμπύλη αποδοχής σε κυβερνητικό επίπεδο και σε επίπεδο χώρας, χρειάζεται μεγαλύτερος έλεγχος και ταχύτητα στις αποφάσεις και στις διαδικασίες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να απλοποιήσει λίγο και τους κανονισμούς, πρόσθεσε ο κ. Δαφούλας, ώστε να μπορεί να σταθεί στον διεθνή ανταγωνισμό. Ελπίζουμε να έχουμε εξελίξεις σε αυτό και έτσι να κεφαλαιοποιηθεί και όλη αυτή η επένδυση που κάνουμε στην Ελλάδα με το ΕΣΥ.

Read More
12 Δεκ

Ανισότητες στην Υγεία: πρόσβαση, ποιότητα και χρηματοδότηση – Σ.Τ.

  • Esdy
  • 0 Comment

Το σύνθετο θέμα των ανισοτήτων στην υγεία στην Ελλάδα εξετάστηκε στο πλαίσιο στρογγυλής τράπεζας την οποία συντόνισε ο Καθηγητής Πολιτικής Υγείας Ηλίας Κυριόπουλος και η οποία εστίασε στους κοινωνικοοικονομικούς, γεωγραφικούς και πολιτισμικούς παράγοντες που διαμορφώνουν την πρόσβαση, την ποιότητα και τα αποτελέσματα της φροντίδας.

  [gallery link="file" columns="5" ids="12374,12366,12368,12376,12369,12367,12371,12372,12370"]   Οι πολλαπλές όψεις της ευαλωτότητας αναλύθηκαν από μια διεπιστημονική ομάδα ομιλητών, που περιλάμβανε την κ. Μαρία Φλεβοτόμου, οικονομολόγο, τον Καθηγητή Κοινωνιολογίας και Πολιτικής Υγείας Χαράλαμπο Οικονόμου, την κ. Αναστασία Ντικούδη, σύμβουλος δημόσιας υγείας στο Γραφείο του ΠΟΥ στην Αθήνα, και την κ. Νεφέλη Στουρνάρα, κοινωνιολόγο. Η συνεδρία επιχείρησε να συνδέσει την τεκμηριωμένη έρευνα με τον σχεδιασμό παρεμβάσεων που θα διασφαλίσουν μια πιο δίκαιη και αποτελεσματική κατανομή των πόρων και των ευκαιριών στην υγεία. Κόστος ζωής και επιπτώσεις στο επίπεδο και την κατανομή των εισοδημάτων Πρώτη έλαβε τον λόγο η κ. Μαρία Φλεβοτόμου, προκειμένου να παρουσιάσει το γενικό κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της συζήτησης. Όπως επισήμανε αρχικά η ομιλήτρια, τα τελευταία χρόνια, μετά την πανδημία, έχει παρατηρηθεί υψηλός πληθωρισμός, ο οποίος προήλθε από διάφορες διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και από την ενεργειακή κρίση. Παρά τη σταδιακή υποχώρησή του στη συνέχεια, στην Ελλάδα αποδείχθηκε ιδιαίτερα επίμονος, γεγονός που σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη μεγάλη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τις υπηρεσίες, αλλά και με το κόστος των ειδών διατροφής. Έτσι λοιπόν, παρατηρήθηκε μια σωρευτική αύξηση του κόστους διαβίωσης στην Ελλάδα, η οποία διαφέρει πολύ ανά κατηγορία δαπάνης. Περισσότερο επηρεάστηκαν οι κατηγορίες που καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού των νοικοκυριών, με πρώτα τα είδη διατροφής και δεύτερη τη στέγαση. Οι δαπάνες υγείας επηρεάστηκαν σε μικρότερο βαθμό – ωστόσο, όπως επισήμανε η κ. Φλεβοτόμου, οι δαπάνες υγείας, ως ανελαστικές, έχουν εν δυνάμει σημαντικές επιπτώσεις στην ευημερία των νοικοκυριών, ιδιαίτερα αυτών με χαμηλότερο εισόδημα. Τέλος, σημαντικό ρόλο στο κόστος διαβίωσης έπαιξαν και τα ενεργειακά αγαθά, τα οποία μάλιστα καταλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού στα φτωχότερα νοικοκυριά. Παράλληλα, δεν υπήρξε αντίστοιχη αύξηση των εισοδημάτων, με αποτέλεσμα τη μείωση της αγοραστικής δύναμης, η οποία υπέστη ισχυρότερο πλήγμα στην Ελλάδα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όλα αυτά, οδήγησαν σε έναν άνισο αντίκτυπο του πληθωρισμού στα φτωχότερα νοικοκυριά και στο λεγόμενο «χάσμα πληθωρισμού», το οποίο συνεπάγεται και ένα χάσμα ως προς τις απώλειες κοινωνικής ευημερίας μεταξύ των κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων. Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης λήφθηκαν μέτρα για την προστασία των εισοδημάτων, τα οποία είχαν κυρίως εισοδηματικά κριτήρια, μέτρα για τη συγκράτηση των τιμών, όπως η επιδότηση του ηλεκτρικού ρεύματος, καθώς και άλλα μέτρα που δεν σχετίζονταν με τον πληθωρισμό, όπως η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Τα δημοσιονομικά αυτά μέτρα περιόρισαν την αρνητική επίπτωση του πληθωρισμού στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και τον άνισο αντίκτυπο του πληθωρισμού κατά μήκος της εισοδηματικής κατανομής, κατέληξε η κ. Φλεβοτόμου. Καταστροφικές και φτωχοποιητικές δαπάνες υγείας στην Ελλάδα: 24 χρόνια μετά Τον λόγο έλαβε στη συνέχεια ο Καθηγητής Χαράλαμπος Οικονόμου, προκειμένου να παρουσιάσει τα αποτελέσματα μιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά το 2001, στο πλαίσιο συνεργασίας της τότε Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ) με τον ΠΟΥ, και επαναλήφθηκε το 2025, προκειμένου να καταγράψει την εξέλιξη. Το βασικό ερώτημα ήταν σε ποιο βαθμό είναι δυνατό να καταστεί εφικτή η φροντίδα υγείας για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες σε ένα σύστημα του οποίου οι δαπάνες υγείας αποτελούν σε σημαντικό βαθμό άμεσες πληρωμές. Χρησιμοποιήθηκαν δύο βασικοί δείκτες, οι δαπάνες φτωχοποίησης και οι καταστροφικές δαπάνες. Η έρευνα έδειξε ότι: α) οι οικονομικές δυσκολίες που προκαλούνται από τις άμεσες πληρωμές είναι υψηλότερες στην Ελλάδα από ό,τι σε πολλές χώρες της Ε.Ε., β) οι καταστροφικές δαπάνες για την υγεία συγκεντρώνονται σταθερά σε μεγάλο βαθμό στο φτωχότερο πεμπτημόριο και σχετίζονται κυρίως με τα φάρμακα και την εξωνοσοκομειακή περίθαλψη, γ) τα επίπεδα ακάλυπτων αναγκών είναι σταθερά πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. και δ) η οικονομική προστασία επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, γεγονός που εξέθεσε την πολυπλοκότητα και τον κατακερματισμό της κάλυψης της υγειονομικής περίθαλψης στην Ελλάδα και την έλλειψη ανθεκτικότητάς της σε κραδασμούς. Τίθεται λοιπόν ανάγκη επαναπροσδιορισμού της πολιτικής, έτσι ώστε να μειωθεί η οικονομική δυσπραγία των φτωχότερων κοινωνικών ομάδων, δήλωσε ο κ. Οικονόμου. Αυτό μπορεί να γίνει, για παράδειγμα, με αποσύνδεση του δικαιώματος πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας από την καταβολή εισφορών και σύνδεσή του με τη διαμονή, διασφάλιση της κάλυψης της θεραπείας στην Π.Φ.Υ., και όχι μόνο της επίσκεψης και της διάγνωσης, και διασφάλιση της πρόσβασης σε δημόσια χρηματοδοτούμενες υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας. Εάν οι συμπληρωμές θεωρούνται αναγκαίες για κάποιο λόγο, τότε είναι αναγκαίος ο περιορισμός της αρνητικής επίπτωσής τους, ιδιαίτερα για τα φάρμακα. Ο κ. Οικονόμου επισήμανε ότι τα τελευταία χρόνια έχουν πράγματι ληφθεί ορισμένα θετικά μέτρα, όπως η σύσταση του ολοκληρωμένου συστήματος παροχής ανακουφιστικής φροντίδας, η δημιουργία Εθνικού Δικτύου Μονάδων Αυξημένης Φροντίδας για ασθενείς με αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, η νοσοκομειακή κατ’ οίκον νοσηλεία και η σύσταση Ενιαίας Λίστας Χειρουργείων. Ωστόσο, δεν είναι γνωστό κατά πόσο έχει ολοκληρωθεί η εφαρμογή τους, ενώ δεν έχει αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά τους. Επιπλέον, έχουν ληφθεί και μέτρα που αυξάνουν την οικονομική επιβάρυνση των πολιτών, όπως τα απογευματινά ιατρεία, η δυνατότητα των ιατρών του ΕΣΥ για ιδιωτικό έργο εκτός τακτικού ωραρίου και εφημεριών, η αύξηση της συμμετοχής που πληρώνουν οι ασφαλισμένοι στα συμβεβλημένα διαγνωστικά κέντρα ή το δικαίωμα των προσωπικών ιατρών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. να παρέχουν υπηρεσίες προσωπικού ιατρού και ως αμιγώς ιδιώτες. Ο κ. Οικονόμου ολοκλήρωσε την παρουσίασή του δηλώνοντας ότι απαιτείται επαναξιολόγηση των εφαρμοζόμενων πολιτικών. Ανισότητες στην υγεία στην Ελλάδα και κοινωνικοοικονομικοί προσδιοριστές της υγείας Στη συνέχεια, η κ. Αναστασία Ντικούδη, Public Health Consultant, παρουσίασε τα αποτελέσματα μιας μελέτης που πραγματοποιήθηκε από το γραφείο του Π.Ο.Υ./WHO στην Αθήνα για την Ποιότητα και Ασφάλεια των Ασθενών στο οποίο υπάγεται, μελέτη η οποία είχε ως σκοπό να αναδείξει τις συσχετίσεις μεταξύ κοινωνικοοικονομικών παραγόντων και ανισοτήτων στην υγεία. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι την τελευταία δεκαετία, η οικονομική επίδοση της Ελλάδας παρέμεινε χαμηλή σε σχέση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. Κατά την ίδια περίοδο, η χώρα εφάρμοσε μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, με αποτέλεσμα τη μείωση των δημόσιων δαπανών υγείας κατά 24,1%, ενώ αντίθετα οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας αυξήθηκαν κατά 13,7%. Αυτές οι εξελίξεις άσκησαν έντονες πιέσεις στο δημόσιο σύστημα υγείας, περιορίζοντας την ικανότητά του να καλύπτει δίκαια τις ανάγκες του πληθυσμού. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες που προκλήθηκαν από την παρατεταμένη οικονομική κρίση, σημειώθηκε σημαντική πρόοδος στην εκπαίδευση και οι δείκτες υγείας παρουσίασαν μικρές βελτιώσεις, τόσο στο προσδόκιμο ζωής όσο και στα υγιή έτη ζωής, ενώ η υποκειμενική αντίληψη για την υγεία παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Η σταθερότητα στις χρόνιες παθήσεις και η μικρή αύξηση των λειτουργικών περιορισμών δείχνουν ότι η επιβάρυνση της υγείας παραμένει ελεγχόμενη. Η μελέτη έδειξε επίσης ότι η εκπαίδευση επηρεάζει σημαντικά την υγεία. Τα άτομα με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο εμφανίζουν καλύτερη αυτοαντίληψη της υγείας και μπαίνουν σε διαδικασία να κάνουν πιο συχνά προληπτικές εξετάσεις. Αντιθέτως, οι χρόνιες παθήσεις και οι λειτουργικοί περιορισμοί εμφανίζονται συχνότερα σε άτομα με χαμηλό εισόδημα ή μορφωτικό επίπεδο, ενώ μειώνονται σε πληθυσμούς με υψηλότερα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά. Οι ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας είναι εντονότερες στα άτομα χαμηλού εισοδήματος και το εύρημα αυτό υπογραμμίζει ότι σε συστήματα όπως το ελληνικό (τύπου Beveridge), η ιδιωτική συμμετοχή στο κόστος μπορεί να αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στην ισότιμη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας. Η κ. Ντικούδη ολοκλήρωσε την παρουσίασή της προτείνοντας κάποια μέτρα για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων, όπως ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, μείωση του κόστους συμμετοχής για τους πολίτες (με στοχευμένη οικονομική στήριξη των πιο ευάλωτων ομάδων) και περαιτέρω επέκταση της χρήσης των ψηφιακών εργαλείων, όπως η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και ο ατομικός φάκελος υγείας. Πρόσθεσε ότι το ιστορικό πλέον πρόγραμμα «Δοξιάδης» παραμένει επίκαιρο για την προαγωγή της δημόσιας υγείας, την εκπαίδευση του πληθυσμού σε θέματα υγείας και την ανάπτυξη συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα για την πρόληψη και τη μείωση των μακροπρόθεσμων ανισοτήτων. Η μητρότητα στο περιθώριο: ταξικές, έμφυλες και πολιτισμικές διαστάσεις στην περιγεννητική υγεία Τέλος, η κ. Νεφέλη Στουρνάρα εστίασε σε ένα πιο ειδικό θέμα ανισοτήτων στην υγεία, παρουσιάζοντας μια μελέτη η οποία επικεντρωνόταν στην περιγεννητική φροντίδα των μεταναστριών. Η ομιλήτρια υπογράμμισε αρχικά ότι η Ελλάδα υπήρξε ανέκαθεν χώρα υποδοχής μεταναστών, πολύ πριν από το 1990, αλλά αυτό που έλειπε και εξακολουθεί να λείπει είναι μια μεταναστευτική πολιτική, καθώς και η συμπερίληψη και μια διαπολιτισμική προσέγγιση σε πολλούς τομείς, συμπεριλαμβανομένης της υγείας. Στη συνέχεια, έκανε μια πολύ παραστατική παρουσίαση του βιώματος των μεταναστριών που απευθύνονται στο εθνικό σύστημα υγείας για περιγεννητική φροντίδα, εμβαθύνοντας στα ποιοτικά δεδομένα. Απάντησε σε δύο κεντρικά διερευνητικά ερωτήματα: πώς βιώνουν οι ίδιες οι μετανάστριες ενσώματα την εγκυμοσύνη και τον τοκετό και πώς πλοηγούνται στα δημόσια νοσοκομεία. Η έρευνα εντόπισε δύο κυρίαρχους τομείς ανισότητας και εμποδίων. Ο ένας ήταν η θεσμική αδυναμία και η αδυναμία πρόσβασης (γραφειοκρατικά εμπόδια, άκαμπτα πρωτόκολλα, έλλειψη πληροφόρησης των μεταναστριών για τα δικαιώματά τους) και ο δεύτερος ήταν τα γλωσσικά και πολιτισμικά εμπόδια (έλλειψη κατανόησης, απουσία επαγγελματικής διερμηνείας και προκατάληψη). Η έρευνα διέγνωσε επίσης μια αποτυχία ηθικής φροντίδας, δηλαδή μιας φροντίδας που να περιλαμβάνει ενσυναίσθηση, αμοιβαιότητα, αναγνώριση της ευαλωτότητας, σεβασμό της αξιοπρέπειας, διάλογο και όχι μονόλογο και αναγνώριση της γυναίκας ως ηθικού υποκειμένου. Τέλος, η κ. Στουρνάρα διατύπωσε τέσσερις προτάσεις για τη βελτίωση της φροντίδας των μεταναστριών:
  • ανάπτυξη διαπολιτισμικής επάρκειας (εφαρμογή μιας πολιτικής φροντίδας που λαμβάνει υπόψη την ετερότητα και ξεπερνά τα δυαδικά σχήματα «παρόχου-δέκτη»)
  • ενίσχυση των υποδομών επικοινωνίας (διασφάλιση επαγγελματικών υπηρεσιών διερμηνείας/ πολιτισμικών διαμεσολαβητών και παροχή βασικής πληροφόρησης στη μητρική γλώσσα)
  • δημιουργία ασθενοκεντρικής προσέγγισης (μιας προσέγγισης που αναγνωρίζει την έμφυλη, ταξική και εθνοτική διάσταση της εμπειρίας, και λαμβάνει υπόψη το ψυχικό τραύμα)
  • συνεργασία δικτύων (ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ νοσοκομείων, κοινωνικών υπηρεσιών, εθελοντικού τομέα και κοινοτήτων για την υποστήριξη των ψυχοκοινωνικών και οικονομικών αναγκών των γυναικών).
Η αντιμετώπιση των ανισοτήτων στην περιγεννητική φροντίδα απαιτεί τη μετάβαση από την εστίαση στην «έλλειψη γλώσσας» στην κριτική ανάλυση του θεσμικού πλαισίου και των σχέσεων εξουσίας, κατέληξε η κ. Στουρνάρα. Συζήτηση Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, τέθηκε ερώτηση από το ακροατήριο σχετικά με την ενδεχόμενη εισαγωγή ιδιωτικών ασφαλίσεων στο ΕΣΥ και την επίδραση που θα μπορούσε αυτό να έχει στην καθολική υγειονομική κάλυψη. Ο κ. Οικονόμου απάντησε ότι η συζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια και ότι ο ίδιος είναι υπέρμαχος του δημόσιου χαρακτήρα του συστήματος υγείας, καθώς οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες «ασφαλίζουν νέους, ωραίους, υγιείς και με χρήμα», όπως δήλωσε χαρακτηριστικά. Πρόσθεσε ότι μια τέτοια κίνηση θα δημιουργούσε νοσοκομεία δύο ταχυτήτων και ότι οι πόροι που λείπουν σήμερα θα μπορούσαν να βρεθούν μέσω μιας πιο δίκαιης φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων. Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με μια παρέμβαση του Καθηγητή Χρήστου Λιονή, ο οποίος υπογράμμισε πρώτον ότι θα πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη σημασία στον όρο «ευαλωτότητα» και να τον διευρύνουμε, καθώς δεν περιλαμβάνει μόνο τα άτομα με υποκείμενη νόσο, και δεύτερον ότι η Ελλάδα δαπανά το μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ στην Ε.Ε. για τη δημιουργία εγκαταστάσεων μακροχρόνιας φροντίδας. Τόνισε επίσης το γεγονός ότι η εγγραμματοσύνη σε θέματα υγείας και διατροφής είναι πολύ χαμηλότερη στις ομάδες με φτωχά εισοδήματα και ότι θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην αντιμετώπιση της φτώχειας. Τέλος, επισήμανε τη σημασία της φλεγμονής και του χρόνιου άγχους στην ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου, κάτι που θα επηρεάσει την εξέλιξη της υγείας του πληθυσμού κατά τα επόμενα χρόνια και το οποίο επίσης συνδέεται με τη φτώχεια και τις διακρίσεις.

Read More
12 Δεκ

Απαραίτητα τεκμήρια για μια ορθολογική πολιτική φαρμάκου στην Ελλάδα – Σ.Τ.

  • Esdy
  • 0 Comment

Στην άκρως ενδιαφέρουσα συνεδρία που διεξήχθη τη δεύτερη ημέρα του Συνεδρίου υπό τον συντονισμό του κ. Ηλία Κυριόπουλου, Επίκουρου Καθηγητή Οικονομικών της Υγείας στο LSE, πανεπιστημιακοί και εκπρόσωποι του Υπουργείου Υγείας και της φαρμακευτικής βιομηχανίας κατέθεσαν τις απόψεις τους και συζήτησαν σχετικά με τον κομβικό ρόλο που έχει η αξιόπιστη τεκμηρίωση και ανάλυση δεδομένων στην προσπάθεια επίτευξης μιας πιο ορθολογικής και αποτελεσματικής πολιτικής φαρμάκου στη χώρα μας, με έμφαση στο κλινικό όφελος για τους ασθενείς και την οικονομική βιωσιμότητα του συστήματος.

  [gallery columns="4" size="medium" link="file" ids="12351,12358,12352,12356,12353,12355,12357,12354"]   Κύριοι στόχοι του συστήματος υγείας όσον αφορά στη φαρμακευτική πολιτική, ανέφερε ο κ. Πάνος Καναβός, Αναπληρωτής Καθηγητής & Αναπληρωτής Διευθυντής LSE Health, στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του London School of Economics and Political Science (LSE), είναι η μακροοικονομική αποτελεσματικότητα, η μικροοικονομική αποτελεσματικότητα, η ισότητα στην πρόσβαση σε φάρμακα, η ορθολογική χρήση των φαρμάκων. Τέλος, στον βαθμό που υπάρχει βιομηχανική δραστηριότητα στη χώρα, είτε αυτή σχετίζεται με την έρευνα είτε με την παραγωγή, θα πρέπει επίσης να έχουμε μια πολιτική η οποία να προσφέρει κίνητρα για επενδύσεις, είτε αυτές σχετίζονται με την παραγωγική δραστηριότητα και διάθεση προϊόντων, είτε με την έρευνα και ανάπτυξη. Σε ό,τι αφορά τη μακροοικονομική αποτελεσματικότητα, η Ελλάδα εφαρμόζει εδώ και αρκετά χρόνια, έναν σταθερό προϋπολογισμό, ο οποίος υπερβαίνεται συνεχώς, με τη βιομηχανία να επιστρέφει το πλεόνασμα μέσω του γνωστού σε όλους clawback. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, οι επιστροφές κυμαίνονται συνολικά στο 50% της συνολικής δαπάνης για τα φάρμακα, ποσοστό που απειλεί τη βιωσιμότητα του συστήματος, ενώ πολύ σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι, στη χώρα μας, ενώ δίνεται μεγάλη προσοχή στην τιμή των προϊόντων, υπάρχει ελάχιστος έλεγχος στον συνταγογραφούμενο όγκο. Μελετώντας τη φαρμακευτική νομοθεσία που έχει εφαρμοσθεί τα τελευταία 14 με 15 χρόνια, διαπιστώνεται ότι οι νομοθετικές παρεμβάσεις είναι πολύ συχνές αλλά πολλές από τις πρωτοβουλίες που υλοποιούνται στη συνέχεια είτε αντιστρέφονται είτε ακυρώνονται. Η εντύπωση που δημιουργείται από αυτό είναι πως το σύστημά μας δεν διαχειρίζεται τον προϋπολογισμό με σκοπό να παραμείνει μέσα στα όριά του, αλλά διαχειρίζεται ουσιαστικά την υπέρβαση του πλεονάσματος ή μάλλον την υπέρβαση που δημιουργείται μέσω αναδιανομών σε διαφορετικά μέρη του συστήματος. Φέρνοντας ως παράδειγμα τη χρησιμοποίηση του καναλιού του ΙΦΕΤ τα τελευταία χρόνια με τη σημαντική αύξηση της δαπάνης για απευθείας εισαγωγές φαρμάκων, ο κ. Καναβός ανέφερε πως θα πρέπει να αλλάξουν πολλά πράγματα όσο το δυνατόν συντομότερα. Πολλές από τις αλλαγές, συνέχισε ο ομιλητής, αφορούν το κανάλι της μικροοικονομικής αποδοτικότητας, της αποτελεσματικότητας δηλαδή στην κατανομή των περιορισμένων πόρων που διαθέτουμε. Καταρχάς, τα γενόσημα φάρμακα δεν χρησιμοποιούνται στον βαθμό που θα ήταν δυνατόν, με αποτέλεσμα οι δαπάνες να είναι υψηλότερες από ό,τι θα μπορούσαν να είναι, ενώ επιπλέον δεν είναι σαφές πώς αξιολογείται η κλινική αποτελεσματικότητα για τα καινούργια φάρμακα και ποιοι παράγοντες διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στην αξιολόγηση αυτή. Το κριτήριο της οικονομικής αποτελεσματικότητας δεν εφαρμόζεται στην Ελλάδα, παρά τη ρητή αναφορά στη νομοθεσία, και δεν υπάρχει ουδός οικονομικής αποτελεσματικότητας που να χρησιμεύει ως βάση σε μια διαπραγμάτευση, όπως συμβαίνει σε πάρα πολλές χώρες της Ευρώπης και γενικότερα. Επίσης, τα νέα φάρμακα δεν αξιολογούνται αν δεν υπάρχει θετική αξιολόγηση σε πέντε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Επιτροπή Αξιολόγηση Τεχνολογιών Υγείας, η οποία ιδρύθηκε το 2018, δεν δίνει στη δημοσιότητα τις εκθέσεις αξιολόγησης, επομένως είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να δούμε πώς λειτουργεί η αξιολόγηση των προϊόντων στην πράξη, πώς αυτή η αξιολόγηση πηγαίνει μετά στη διαπραγμάτευση και πώς χρησιμοποιούνται τα διάφορα κριτήρια της αξιολόγησης στη διαπραγμάτευση. Η Επιτροπή Αξιολόγησης δεν έχει επιπλέον την αρμοδιότητα ή τη δυνατότητα να εκπονεί κλινικά αποδοτικές κατευθυντήριες γραμμές συνταγογράφησης, οι οποίες στη συνέχεια να ενσωματώνονται στο ηλεκτρονικό σύστημα συνταγογράφησης έτσι ώστε να υπάρχει μία αποδοτικότητα στο σύστημα και να γνωρίζουμε τι συνταγογραφείται για ποιους ασθενείς και πόσο. Το ηλεκτρονικό σύστημα συνταγογράφησης, από την πλευρά του, δεν έχει τη δυνατότητα διαφοροποίησης με βάση καινοτόμα φάρμακα σε διαφορετικές ενδείξεις, με αποτέλεσμα το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης να υπερπληρώνει για πολλά από τα νέα φάρμακα και να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Μία έρευνα του LSE που εκπονείται αυτή την περίοδο και αναλύει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας σε Ελλάδα, Γαλλία και Αγγλία, δείχνει πως η Ελλάδα εγκρίνει χωρίς περιορισμούς πάνω από το 80-85% των νέων φαρμάκων σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ένδειξη και εφαρμόζει μόνο κάποιους μέτριους περιορισμούς στο υπόλοιπο 16% των νέων φαρμάκων, εστιάζοντας κυρίως σε πτυχές όπως η διάρκεια της θεραπείας ή το περιβάλλον χορήγησης, παρά σε επιλέξιμους υποπληθυσμούς όπως κάνουν οι περισσότερες χώρες. Η έλλειψη ωστόσο ικανότητας ή προθυμίας για την εφαρμογή πληθυσμιακών περιορισμών στη φαρμακευτική πολιτική έχει σημαντικές επιπτώσεις στη συνταγογράφηση αλλά και στον προϋπολογισμό. Σε ό,τι αφορά την ισότητα, αν και η πρόσβαση στα φάρμακα θεωρείται καλή στη χώρα μας, πολλές φορές το βάρος της συμμετοχής των ασθενών είναι δυσανάλογα υψηλό ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους ασθενείς, κάτι το οποίο είναι πλέον ανάγκη να επανεξετασθεί από την Πολιτεία. Τέλος, σε ό,τι αφορά την ορθολογική χρήση των φαρμάκων, η έλλειψη υποχρεωτικής καθοδήγησης συνταγογράφησης και η σπάνια παρακολούθηση και ο έλεγχος της συνταγογράφησης αφήνουν μεγάλο περιθώριο για υπερβολές. Μια φαρμακευτική πολιτική πρέπει να είναι ολιστική, λαμβάνοντας υπόψη και την πλευρά της προσφοράς αλλά και την πλευρά της ζήτησης, έτσι ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει τις τρέχουσες προκλήσεις, ανέφερε ο κ. Καναβός ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του. Μία τέτοια πολιτική πρέπει να χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό, συνέπεια και σταθερότητα, να είναι προβλέψιμη και βιώσιμη, να προσφέρει προσβασιμότητα και να χαρακτηρίζεται ασφαλώς από την κατάλληλη νοοτροπία. Η βιωσιμότητα αποτελεί σαφώς προαπαιτούμενο και στη φαρμακευτική μας πολιτική, συμφώνησε ο κ. Κώστας Αθανασάκης, για να την επιτύχουμε ωστόσο θα πρέπει να σχεδιάσουμε τα κατάλληλα μέτρα βάσει αξιόπιστων τεκμηρίων. Είναι πάρα πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε πού ακριβώς έχουμε και πού δεν έχουμε πρόβλημα, ώστε να μπορέσουμε να διατηρήσουμε μια αγορά η οποία να είναι λειτουργική. Η φαρμακευτική πολιτική που ακολουθεί σήμερα η χώρα μας δεν είναι βιώσιμη, καθώς ο ρυθμός ανάπτυξης της αγοράς είναι περίπου πενταπλάσιος από τον ρυθμό ανάπτυξης του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος. Η φαρμακευτική δαπάνη αποτελείται από τρία συστατικά: τους όγκους της κατανάλωσης, τις τιμές των προϊόντων και τη σύνθεση των προϊόντων που συνταγραφούνται στην αγορά, παρατήρησε ο κ. Αθανασάκης. Κάνοντας αναφορά στη συνέχεια σε μία μελέτη που διεξάγουν ο ίδιος και οι κύριοι Ηλίας και Διονύσης Κυριόπουλος, με χρήση δημόσια διαθέσιμων πληροφοριών, προκειμένου να διαπιστωθεί καταρχάς αν υπάρχει υπερβολική συνταγογράφηση σε όρους όγκου στην Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάλυσης να εντοπισθούν οι παράγοντες που αυξάνουν ή μειώνουν την κατανάλωση φαρμάκων στην Ευρώπη, ο ομιλητής παρουσίασε τα πρώτα αποτελέσματα για τη συγκριτική ανάλυση της φαρμακευτικής κατανάλωσης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Οι διαφορές στις καταναλώσεις μεταξύ των χωρών δεν είναι πολύ μεγάλες, ανέφερε ο κ. Αθανασάκης, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι όλες οι θεραπευτικές κατηγορίες συμπεριφέρονται το ίδιο. Η συγκριτική ανάλυση ωστόσο των θεραπευτικών κατηγοριών για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα δείχνει πως δεν τίθεται ζήτημα υπερκατανάλωσης φαρμάκων στη χώρα μας. Όσον αφορά στους παράγοντες που επηρεάζουν την κατανάλωση στην Ευρώπη, συνέχισε ο ομιλητής, η μελέτη μας, χρησιμοποιώντας ένα δείγμα 19 χωρών και μια σειρά από μεταβλητές, ένα μείγμα κοινωνικοοικονομικών μεταβλητών, νοσολογικών μεταβλητών, μεταβλητών που έχουν να κάνουν με το σύστημα υγείας κ.ά., έδειξε ότι υπάρχουν παράγοντες οι οποίοι έχουν στατιστικά σημαντική θετική επίδραση, άλλους που έχουν στατιστικά σημαντική αρνητική επίδραση και μεταβλητές που, αν και πιστεύαμε το αντίθετο, τελικά δεν έχουν τόσο μεγάλη επίδραση στην κατανάλωση. Μεταβλητές που επηρεάζουν την κατανάλωση θετικά, εξήγησε ο κ. Αθανασάκης, είναι τα χρόνια νοσήματα, η έκθεση σε παράγοντες κινδύνου όπως η παχυσαρκία, η έκθεση σε κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες όπως το επίπεδο ανεργίας ή οι απευθείας πληρωμές, αλλά και μεταβλητές που έχουν να κάνουν με το σύστημα υγείας, όπως είναι ο αριθμός των ιατρών και πολύ εντονότερα ο αριθμός των νοσηλευτών, καθώς τα συστήματα που έχουν περισσότερους νοσηλευτές φαίνεται ότι χρησιμοποιούν λιγότερα φάρμακα. Ασφαλώς, στο μέλλον ενδέχεται να δούμε κάποιες μεταβολές στη χρήση των φαρμάκων στις χώρες που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη, λόγω της μεταβολής τόσο των παραγόντων που αναλύθηκαν όσο και της σύνθεσης του πληθυσμού και των κοινωνικών συνθηκών. Επιπλέον, από τα διαθέσιμα δημοσίως δεδομένα, λείπουν αξιόπιστες πληροφορίες αναφορικά με τη σύνθεση της αγοράς, καθώς και αξιόπιστα στοιχεία αναφορικά με τα επίπεδα τιμών των διαφόρων κατηγοριών φαρμάκων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, που θα μας βοηθούσαν να κάνουμε καλύτερες συγκρίσεις. Τα δύο αυτά στοιχεία σε συνδυασμό πιθανόν να διαδραματίζουν μεγάλο ρόλο στο να φτάνει η δαπάνη στο ύψος που διαπιστώνεται, και βεβαίως, θα είναι χρήσιμο να δούμε πώς τα δεδομένα αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν σε όρους πολιτικής στο μέλλον. Η χώρα μας αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην πραγματικότητα σε έναν φαύλο κύκλο χρηματοδότησης, ανέφερε στην έναρξη της τοποθέτησής του ο κ. Ολύμπιος Παπαδημητρίου, Πρόεδρος του ΣΦΕΕ και Γενικός Διευθυντής της Novo Nordisk Ελλάς. Η δημόσια χρηματοδότηση δεν ακολουθεί τον ρυθμό αύξησης της δαπάνης. Αυτό ισορροπείται από κάποιους μηχανισμούς επιστροφών, οι οποίοι γίνονται χρόνο με τον χρόνο όλο και πιο δυσβάστακτοι, και ταυτόχρονα τροφοδοτεί μια αδράνεια έως και απροθυμία, όσον αφορά στον έλεγχο της ζήτησης, καθώς γνωρίζουμε ότι εφόσον έχουμε μια κλειστή δημόσια δαπάνη, η οποία όμως είναι ανεπαρκής, οι εταιρείες θα γυρίσουν τα χρήματα στο κράτος και ούτω καθεξής. Το αποτέλεσμα αυτού του φαύλου κύκλου είναι η χώρα μας να έχει τα υψηλότερα επίπεδα επιστροφών κατά μέσο όρο στην Ευρώπη, ενώ έχει μάλλον από τις χαμηλότερες τιμές πρωτοτύπων φαρμάκων. Και ενώ τα τελευταία χρόνια η δημόσια δαπάνη αυξάνεται κάθε χρόνο, δυστυχώς κατά κανόνα αυξάνονται και οι υποχρεωτικές επιστροφές, ενώ επιπλέον παρατηρούνται διαφοροποιήσεις μεταξύ των καναλιών όσον αφορά στα επίπεδα των επιστροφών. Η Πολιτεία, αντί να προσπαθεί να περιορίσει τις υπερβάσεις, προσπαθεί πρωτίστως να τις διαχειριστεί, μεταφέροντας βάρη από ομάδες φαρμάκων σε άλλες, αφού ο συνολικός προϋπολογισμός παραμένει κλειστός, συνεπώς, για οποιοδήποτε μέτρο προστασίας εφαρμόζεται, δεν προστίθεται ποτέ κάποιο κονδύλι. Επιπλέον, συνέχισε ο ομιλητής, υπάρχουν ζητήματα που αφορούν στην αγορά και τις αντιλήψεις που επικρατούν που είναι καλό να ξεκαθαριστούν, γιατί περιλαμβάνουν και κάποιους μύθους. Ένας μύθος είναι, για παράδειγμα, ότι οι εταιρείες επωφελούνται από την αύξηση της δαπάνης, της gross δαπάνης. Οι εταιρείες, ωστόσο, εισπράττουν ό,τι πληρώνει το κράτος, συνεπώς αν αυτό αποφασίσει ότι η δαπάνη είναι 2,8 δισ., αυτό είναι και το ποσόν που μένει τελικά στις εταιρείες. Προφανώς, το ποσό που εισπράττει κάθε εταιρεία διαφοροποιείται ανάλογα με το αν αυξάνεται ή μειώνεται το μερίδιό της στην αγορά κάθε έτος, αλλά το συνολικό εισπρακτέο από τις εταιρείες δεν διαφοροποιείται ούτε κατ’ ελάχιστον από τις αυξήσεις της gross δαπάνης. Στην πράξη, βλέπουμε ότι αυτά που το κράτος αποφασίζει να διαθέσει δεν επαρκούν ούτε κατά το ήμισυ για να καλύψουν την τρέχουσα αύξηση της αγοράς, επομένως οι εταιρείες μάλλον είναι στο πλευρό αυτών που δεν θέλουν την αύξηση της κατανάλωσης, δηλαδή της δαπάνης, σε αντίθεση με κάποιους άλλους stakeholders που είναι σαφώς από την άλλη πλευρά, είτε γιατί αδιαφορούν για την αύξηση της κατανάλωσης είτε γιατί έχουν να κερδίσουν από αυτήν. Όσον αφορά στην ισότιμη πρόσβαση για τους πολίτες, συνέχισε ο ομιλητής, αν και η πρόσβαση στη χώρα μας είναι, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, αρκετά καλή, ωστόσο δεν είναι ισότιμη, τόνισε ο κ. Παπαδημητρίου. Οι εταιρείες φαίνονται όλο και πιο απρόθυμες να φέρουν νέα φάρμακα με τους παρόντες όρους και ο ΙΦΕΤ γίνεται ένα κανάλι το οποίο διευρύνεται όλο και περισσότερο. Μιλώντας για το ζήτημα της υπερσυνταγογράφησης, ο κ. Παπαδημητρίου δήλωσε πως, σε γενικές γραμμές, δεν υπάρχουν υπερβολές. Αν και υπάρχουν κάποια νοσοκομειακά κανάλια για τα οποία δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία, ο ισχυρισμός για την ύπαρξη αθρόας υπερσυνταγογράφησης σε καμία περίπτωση δεν ισχύει. Προφανώς, υπάρχει ένα θέμα το οποίο έχει να κάνει και με τη νοοτροπία στην αγορά, δηλαδή το πόσο συνηθισμένο είναι το ιατρικό σώμα να επιλέγει το φθηνότερο φάρμακο, ωστόσο η πραγματικότητα είναι πως η αγορά λειτουργεί με κάποιους κανόνες και κανείς δεν είναι υπέρ της επιλογής ενός σκευάσματος σε μια χρήση που δεν χρειάζεται όταν υπάρχει κάποιο άλλο αποτελεσματικό και σημαντικά φθηνότερο σκεύασμα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η παρούσα Διοίκηση στο Υπουργείο προσπαθεί πραγματικά να κάνει βελτιώσεις, ωστόσο οι αριθμοί δεν δικαιώνουν τις προθέσεις και οι φαρμακευτικές εταιρείες καλούνται να διαχειριστούν τους αριθμούς. Αναφορικά με τη διαθεσιμότητα φαρμάκων, συνέχισε ο ομιλητής, η χώρα μας είναι αρκετά πίσω σχετικά με τον χρόνο έλευσης ενός φαρμάκου στην αγορά από τη στιγμή της αδειοδότησης. Αν και γίνονται προσπάθειες, τα αποτελέσματα είναι μέτρια, έως και ανύπαρκτα σε κάποιες περιπτώσεις. Ας μην ξεχνάμε, επισήμανε ο κ. Παπαδημητρίου, ότι δεν είμαστε μόνοι μας, αλλά λειτουργούμε σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο, επομένως αν εμείς κάνουμε ένα βήμα και άλλοι κάνουν τρία, πάλι πιο πίσω θα είμαστε. Σύμφωνα με τα ευρήματα μίας μελέτης στα μέλη του ΣΦΕΕ, από τα καινοτόμα φάρμακα, στη χώρα μας, είναι διαθέσιμο ένα στα πέντε. Επιπλέον, για τα μισά περίπου από τα υπόλοιπα, οι εταιρείες δηλώνουν πως δεν θα τα φέρουν στο ορατό μέλλον ή τουλάχιστον εντός της επομένης διετίας. Το χρηματοδοτικό κενό στη φαρμακευτική δαπάνη είναι υπαρκτό, ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του ο Πρόεδρος του ΣΦΕΕ, επομένως η κοινή λογική, σε συνδυασμό με το παρελθόν, δείχνει ότι το σύστημα χρειάζεται απλώς περισσότερα χρήματα. Η αρχή την οποία πρεσβεύουμε όλοι είναι η πρόσβαση του κατάλληλου ασθενή στο κατάλληλο φάρμακο, την κατάλληλη χρονική στιγμή, αυτό είναι ο βορράς στην πυξίδα μας, σχολίασε η κ. Λαμπρίνα Μπαρμπετάκη, Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της AbbVie Ελλάδας, Κύπρου & Μάλτας. Σήμερα, συνέχισε η κ. Μπαρμπετάκη, όλες τις χώρες προσπαθούν να λύσουν την εξίσωση της καινοτομίας. Από τη μία πλευρά, οι τεράστιες εξελίξεις στην τεχνολογία και στην επιστήμη συμβάλλουν στο να δοθούν νέες θεραπευτικές λύσεις σε ακάλυπτα θεραπευτικά κενά, από την άλλη τα συστήματα έχουν περιορισμένους πόρους. Με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής αυξάνονται οι ανάγκες για κάλυψη χρόνιων θεραπευτικών αναγκών με όλο και πιο καινοτόμους μηχανισμούς δράσης, ενώ επιπλέον βλέπουμε την εμφάνιση αρκετών μορφών καρκίνου και νευροεκφυλιστικών ασθενών σε πληθυσμούς ηλικίας 40 και 50 ετών, επομένως το επιχείρημα πως η καινοτομία είναι για λίγους είναι αβάσιμο. Στον διαβήτη, στην ηπατίτιδα, καθώς και σε αρκετές άλλες ασθένειες, υπάρχει σήμερα έκρηξη θεραπευτικών επιλογών, με τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα. Στην Ελλάδα, η φαρμακοβιομηχανία βρίσκεται τα τελευταία 2-3 χρόνια σε έναν διαρκή διάλογο με το Υπουργείο Υγείας, κάτι το οποίο είναι θετικό, παρατήρησε η ομιλήτρια, ωστόσο οι εταιρείες αντιμετωπίζουν πρόβλημα με τους αριθμούς, καθώς οι υποχρεωτικές επιστροφές είναι πολύ υψηλές. Όταν για κάποιες θεραπευτικές λύσεις (π.χ. θεραπείες για μεταστατικό καρκίνο), οι επιστροφές ανέρχονται σε 75%, εξήγησε η κ. Μπαρμπετάκη, είναι ξεκάθαρο ποιος είναι ο payer˙ δεν είναι πλέον η δημόσια δαπάνη, δεν είναι το κράτος, είναι οι φαρμακευτικές εταιρείες. Επομένως, καλή είναι η προσπάθεια για εξυγίανση της δαπάνης και εξεύρεση λύσεων, αλλά σε αυτή την κατάσταση δεν μπορούμε να μιλάμε για βιωσιμότητα και προβλεψιμότητα. Συγκρίνοντας την εξωνοσοκομειακή δαπάνη στη χώρα μας με τις χώρες της Νότιας Ευρώπης, βρισκόμαστε κάτω από τον μέσο όρο, συμπλήρωσε η ομιλήτρια. Παρόλο που υπάρχει διάθεση να αναγνωριστεί ότι υπάρχει αυτό το χρηματοδοτικό κενό, συνέχισε, η απόσταση που πρέπει να καλυφθεί είναι πολύ μεγάλη. Ενδεχομένως αντί να προσπαθούμε να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε με τους πόρους που έχουμε, να πρέπει να σκεφτούμε εάν είναι αυτοί οι πόροι που θέλουμε. Δυστυχώς, ο σχεδιασμός των budgets στην Ελλάδα δεν γίνεται με βάση τις ανάγκες των ασθενών, επομένως δεν μπορούμε να μιλάμε για ισότητα στην κάλυψη. Όσον αφορά στην ταχύτητα πρόσβασης και στο ποσοστό πρόσβασης των ασθενών σε νέες θεραπείες, η κατάσταση δεν φαίνεται ευοίωνη. Είναι θετικό φυσικά που διαθέτουμε κανάλια όπως ο ΙΦΕΤ που προσφέρουν τη δυνατότητα της έκτακτης εισαγωγής θεραπειών, αλλά αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί διαθεσιμότητα, είναι μερική διαθεσιμότητα, καθώς αφορά τον έναν ασθενή κι όχι τους 20 ή τους 50, που μπορεί να χρειάζονται τη θεραπεία. Στο κομμάτι της δαπάνης του φαρμάκου, αντιλαμβάνομαι απολύτως γιατί κάποιος δείχνει την δαπάνη per capita, παρατήρησε ο κ. Κυριόπουλος. Ωστόσο χαμηλή per capita δαπάνη έχουμε για το φάρμακο, έχουμε για την υγεία, αλλά έχουμε και για την εκπαίδευση, έχουμε και για τις συντάξεις, επειδή η οικονομία μας, πολύ απλά, δεν είναι όπως όλες οι υπόλοιπες. Για να έχουμε την πλήρη εικόνα, πρέπει να έχουμε και τη δαπάνη για την υγεία, για το φάρμακο και οτιδήποτε, ως προς τις δυνατότητες της οικονομίας. Τη σκυτάλη των τοποθετήσεων έλαβε στη συνέχεια ο κ. Βασίλης Πενταφράγκας, Υπεύθυνος Εταιρικών Υποθέσεων της ELPEN A.E. και Εντεταλμένος Σύμβουλος της ΠΕΦ, επισημαίνοντας πως από το 2014 έχουν αποσυρθεί περισσότερα από 1.800 γενόσημα από την αγορά, έχουμε καθολική απόσυρση πάνω από 130 δραστικών ουσιών, ενώ επιπλέον στο τελευταίο υπό διαβούλευση Δελτίο Ανατιμολόγησης 500 κωδικοί δεν έχουν γενόσημο. Τι λείπει όμως περισσότερο στην Ελλάδα από τη φαρμακευτική πολιτική, αναρωτήθηκε ο κ. Πενταφράγκας. Μία προφανής απάντηση θα μπορούσε να είναι πως δεν έχει ορισθεί τι είναι ορθολογικό, μια άλλη ότι λείπουν τα τεκμήρια και τα δεδομένα. Άλλες προφανείς απαντήσεις θα μπορούσαν να είναι ότι λείπουν τα χρήματα, η διάθεση, η πολιτική βούληση, η συνεννόηση, τα πάντα ή η κουλτούρα συλλογής, αξιολόγησης και αξιοποίησης των δεδομένων. Αυτό που πραγματικά λείπει, ωστόσο, είναι ένα συνεκτικό οικοσύστημα δεδομένων και ένας μηχανισμός ο οποίος θα αξιολογεί και θα κάνει τεκμηριωμένες προτάσεις. Και φυσικά λείπει η συστηματική αξιολόγηση των επιπτώσεων και η μέτρηση των αποτελεσμάτων των επιπτώσεων της εκάστοτε εφαρμοζόμενης πολιτικής, το λεγόμενο policy back-assessment. Η συζήτηση κατά κανόνα επικεντρώνεται στο ποιος φταίει και δεν εξετάζουμε την αλληλεπίδραση των δομικών χαρακτηριστικών του συστήματος, συνέχισε ο ομιλητής. Πολλά από τα σημερινά αδιέξοδα δείχνουν, ωστόσο, ότι υπάρχουν δομικά προβλήματα, προβλήματα αρχιτεκτονικής στα θεμέλια του συστήματος, που πηγάζουν κυρίως από τον σχεδιασμό και δευτερευόντως από τη διαχείριση. Τα προβλήματα αυτά υποβαθμίζονται συστηματικά, με αποτέλεσμα την επιλογή πολύ βραχύβιων λύσεων. Το φάρμακο έχει πολιτικό κόστος, παρατήρησε ο κ. Πενταφράγκας, με συνέπεια οι παρεμβάσεις να είναι κατά κανόνα αντιδραστικές και χωρίς κανένα στρατηγικό βάθος. Κάθε κυβέρνηση, αντί να χτίσει, αλλάζει τα προηγούμενα θεμέλια. Στην Ελλάδα, ανέφερε ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του ο ομιλητής, επιχειρείται να συνυπάρξουν δύο διαφορετικά συστήματα, ιδεολογικά φορτισμένα, το κρατικό ρυθμιστικό μοντέλο και το μοντέλο της αγοράς, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται υβρίδια που για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά απαιτούν γενναιόδωρη χρηματοδότηση. Η Ελλάδα από άποψη πρόσβασης βρίσκεται σε αντικειμενικά καλή θέση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και μάλιστα σε καλύτερη θέση από ευρωπαϊκές χώρες με υψηλότερο ΑΕΠ, ξεκίνησε την ομιλία του ο κ. Άρης Αγγελής, Γενικός Γραμματέας Στρατηγικού Σχεδιασμού στο Υπουργείο Υγείας. Το αν η πρόσβαση γίνεται μέσω ΙΦΕΤ ή όχι, είναι δευτερεύον ζήτημα για τον ασθενή που θα έχει πρόσβαση τελικά στη θεραπεία του. Εφόσον ένα φάρμακο δεν κυκλοφορεί στην αγορά, ο ασθενής δεν μπορεί να απευθυνθεί σε έναν ιατρό να του το συνταγογραφήσει. Είμαστε τυχεροί λοιπόν που έχουμε τον ΙΦΕΤ και μπορούμε να φέρνουμε φάρμακα που δεν κυκλοφορούν στη χώρα. Ο ΙΦΕΤ μεσολαβεί για να λύσει ένα κενό της αγοράς (market failure), καθώς αυτά τα προϊόντα θα έπρεπε να υπάρχουν στη χώρα αλλά δεν υπάρχουν. Ο ΙΦΕΤ κατηγορείται ότι δεν προσφέρει πλήρη αλλά μερική πρόσβαση, ωστόσο ο λόγος που ένα σκεύασμα δεν είναι πλήρως διαθέσιμο και είναι μερικώς διαθέσιμο είναι επειδή ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας του έχει αποφασίσει να μην το λανσάρει στη χώρα. Όσον αφορά στα καινοτόμα φάρμακα, ο κόσμος πρέπει να καταλάβει πως όταν δεν έρχεται ένα νέο φάρμακο σε μια χώρα ή δεν αποζημιώνεται, αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό, καθώς δεν έχουν όλα τα νέα φάρμακα πρόσθετο κλινικό όφελος. Μπορεί να ακούγεται πολύ βαρύ να μην έχεις ένα νέο φάρμακο στην αγορά, αλλά αυτό που μετράει είναι η αξία του νέου φαρμάκου. Αυτό που ενδιαφέρει την Πολιτεία είναι να φέρνει φάρμακα για ακάλυπτες ιατρικές ανάγκες, με πρόσθετο κλινικό όφελος και όχι φάρμακα που έχουν την ίδια αποτελεσματικότητα με τα ήδη υπάρχοντα στην αγορά. Οι αξιολογήσεις των Οργανισμών HTA στην Ευρώπη, σε χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία, δείχνουν ότι τα μισά από τα νέα φάρμακα που εισέρχονται στην αγορά δεν έχουν πρόσθετο κλινικό όφελος και σε πολλές από αυτές τις χώρες δεν περνούν προς αποζημίωση. Κάποια νέα φάρμακα σε συγκεκριμένες θεραπευτικές κατηγορίες φαίνονται να έχουν εντυπωσιακά καινοτόμα αποτελέσματα, υπάρχουν ωστόσο και πολλά άλλα χωρίς πρόσθετο κλινικό όφελος, που αν μπουν στο σύστημα μπορούν να το κάνουν χειρότερο, πρόσθεσε ο κ. Αγγελής. Κι αυτό γιατί μπορεί οι περισσότερες άλλες χώρες να έχουν κάποιου είδους κλινικούς ή και αποζημιωτικούς περιορισμούς, εξήγησε, αλλά στη χώρα μας κάθε νέο φάρμακο που κυκλοφορεί εντάσσεται στο σύστημα αποζημίωσης. Συνεπώς, όσον αφορά στην πρόσβαση, σίγουρα είναι πλήρης, αφού αν έρθει κάτι στη χώρα έχουν τη δυνατότητα να το πάρουν όλοι οι ασθενείς. Όσον αφορά το εάν και κατά πόσο έχουμε ικανή χρηματοδότηση, σωστή χρηματοδότηση ή υποχρηματοδότηση, συνέχισε ο κ. Αγγελής, τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν δεν δίνουν την πλήρη εικόνα, καθώς αφορούσαν τη δαπάνη per capita και όχι τη δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ, η οποία προσφέρει τη δυνατότητα μιας πιο αντικειμενικής σωστής αξιολόγησης. Η δημόσια χρηματοδότηση της συνολικής, εξωνοσοκομειακής και ενδονοσοκομειακής, φαρμακευτικής περίθαλψης στην Ελλάδα, συνέχισε ο ομιλητής, ανέρχεται σε 1,6% του ΑΕΠ, ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα μας στη δεύτερη θέση, κάτω από τη Γερμανία. Όσον αφορά στη δημόσια χρηματοδότηση της εξωνοσοκομειακής μόνο φαρμακευτικής περίθαλψης, η χώρα μας βρίσκεται στην πέμπτη θέση, ενώ στη συνολική χρηματοδότηση της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης (δημόσια και ιδιωτική δαπάνη), η χώρα μας βρίσκεται πάνω από την Αμερική. Στη συνολική φαρμακευτική περίθαλψη, η χώρα μας κατέχει τη δεύτερη θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ όσον αφορά το ποσοστό του ΑΕΠ, συνέχισε ο κ. Αγγελής. Το πρόβλημα είναι η έλλειψη αντικειμενικής αξιολόγησης του πρόσθετου οφέλους των νέων θεραπειών, στη βάση της οικονομικής αποδοτικότητας και της κλινικής υπεροχής, το οποίο επιχειρείται σήμερα να λυθεί μέσω της αναδιοργάνωσης του συστήματος HTA στη χώρα μας. Ασφαλώς, υπάρχουν αρκετά πράγματα που μπορούμε να βελτιώσουμε και άλλα που μπορούμε να αλλάξουμε, ολοκλήρωσε την ομιλία του ο κ. Αγγελής, αλλά το μόνο βέβαιο είναι πως δεν έχουμε υποχρηματοδότηση. Μπορούμε να βρούμε τι πάει λάθος, μπορούμε να κάνουμε καλύτερες συνεργασίες και συνέργειες, αλλά δεν μπορούμε να μιλάμε για υποχρηματοδότηση. Συζήτηση Η συζήτηση για το per capita και το ΑΕΠ, σχολίασε ο κ. Κυριόπουλος, ευχαριστώντας τον ομιλητή, είναι μία συζήτηση η οποία δεν θα σταματήσει ποτέ και γι’ αυτό τον λόγο όλες οι διεθνείς εκθέσεις και όλοι οι διεθνείς οργανισμοί εμφανίζουν και τα δύο. Αλλά σαφώς δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να αγνοούμε τελείως τις δυνατότητες μιας οικονομίας. Μια λογική προσέγγιση, αφού πράγματι οι δείκτες μας με βάση το ΑΕΠ έχουν εκτροχιαστεί, θα ήταν να μείνει στάσιμη η δαπάνη, σχολίασε ο κ. Παπαδημητρίου, θα πρέπει όμως να πούμε στον κόσμο ότι δεν θα μπορεί να έχει πλέον αυτά που είχε διότι δεν βγαίνει ο δείκτης του ΑΕΠ. Όταν όμως η Πολιτεία δεν θέλει να κάνει κάτι τέτοιο και απλά φορτώνει το πρόβλημα στη βιομηχανία, καθιστώντας την μάλιστα αποκλειστικά υπεύθυνη για την πορεία της δαπάνης, τότε πράγματι κάτι δεν πάει καλά. Εμείς διαφωνούμε σε αυτό εκ βάθρων. Κάποια στιγμή κάτι πρέπει να γίνει. Σε άλλες χώρες οι κυβερνήσεις έχουν το θάρρος είτε να παίρνουν ρήτρες συνυπευθυνότητας είτε να βρίσκουν άλλες λύσεις. Εάν δεν υπάρχει πολιτική βούληση και πολιτικό θάρρος για να γίνουν κάποια πράγματα, τότε χρειάζονται χρήματα. Η αρχιτεκτονική του μοντέλου που έχει υιοθετηθεί στην Ελλάδα, που είναι κάτι ενδιάμεσο, απαιτεί γενναιόδωρη χρηματοδότηση, παρατήρησε ο κ. Πενταφράγκας. Οι επιλογές που έγιναν θα πρέπει να έχουν τη χρηματοδότηση που χρειάζονται για να λειτουργήσουν, διαφορετικά θα πρέπει να αλλάξουμε τη δομή του συστήματος. Αυτό το σύστημα με τη δομή που έχει, όπως υπάρχει σήμερα, απαιτεί χρηματοδότηση και δεν είναι συγκρίσιμο με καμία άλλη χώρα. Όσον αφορά στις τιμές, η χώρα μας, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, επέλεξε να κάνει πολιτική εξοικονομήσεων μέσω επιστροφών και διαπραγματεύσεων και οι τιμές που έχουμε, συνολικά, είναι οι χαμηλότερες σε όλη την Ευρώπη. Αν συνεχισθεί η τρέχουσα κατάσταση, θα ψάχνουμε βιοομοειδή που δεν θα έχουμε και πολλά περισσότερα προϊόντα θα αποσυρθούν. Πρέπει να δούμε προσεκτικά τι μέτρα θα εφαρμόσουμε, συμπλήρωσε ο κ. Αθανασάκης, καθώς όσο περισσότερο η περίθαλψη εστιάζει στη θεραπεία, τόσο θα λείπουν χρήματα για φάρμακα στο μέλλον. Για να μπορέσουμε να εξορθολογίσουμε και να βελτιώσουμε την κατάσταση, είπε ο κ. Αγγελής, η άποψη του Υπουργείου είναι πως πρέπει να δημιουργηθούν δύο κατηγορίες, το "Demand" και το "Supply". Στο "Supply" εντάσσεται και η Αξιολόγηση Τεχνολογιών Υγείας (HTA) και το πώς θα γίνεται η αξιολόγηση βάσει αξίας. Για την Πολιτεία, ωστόσο, καινοτόμο θεωρείται ένα προϊόν που έχει πρόσθετο κλινικό όφελος και όχι κάποιο που έχει νέο μηχανισμό δράσης. Στο κομμάτι "Demand", συνέχισε ο κ. Αγγελής, θα έχουμε SPC φίλτρα, ψηφιοποιημένα, μαζί με τη νέα πλατφόρμα, η οποία θα αναλύει τα prescription patterns και τις συμπεριφορές των γιατρών, καθώς και την υλοποίηση ενός έργου αξιολόγησης της συνταγογράφησης σε real time ώστε να διασφαλίζεται πως η συγκεκριμένη θεραπεία είναι η κατάλληλη για τον συγκεκριμένο ασθενή, λαμβάνοντας υπόψη τις υπόλοιπες παραμέτρους της υγείας του.

Read More
  • 1 2 3 4

Εγγραφείτε στο Newsletter μας

Προηγούμενα Συνέδρια

Pan-Hellenic Congress on Economics and Health Policy 2024 Pan-Hellenic Congress on Economics and Health Policy 2023 Pan-Hellenic Congress on Economics and Health Policy 2022 Pan-Hellenic Congress on Economics and Health Policy 2021
Προστασία Ιδιωτικότητας | Όροι Χρήσης
Copyright © 2026 I-HECON
Developed by Oceancube - Hosted by innoview.gr
Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει καλύτερη εμπειρία πλοήγησης για εσάς. Πατώντας "Αποδοχή", αποδέχεστε ΟΛΑ τα cookies. Περισσότερες πληροφορίες
ΕπιλογέςΑΠΟΔΟΧΗ ΟΛΩΝ
Διαχείριση συγκατάθεσης

Privacy Overview

This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary
Always Enabled
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. This category only includes cookies that ensures basic functionalities and security features of the website. These cookies do not store any personal information.
Non-necessary
Any cookies that may not be particularly necessary for the website to function and is used specifically to collect user personal data via analytics, ads, other embedded contents are termed as non-necessary cookies. It is mandatory to procure user consent prior to running these cookies on your website.
SAVE & ACCEPT